16.3.11

greeklish



Η συνταγή της φωτογραφίας είναι η συνταγή της μαμάς μου για «πάστα-φλώρα». Ξέρετε, αυτή η γευστικότατη τάρτα με τη μαρμελάδα.  
Η μαμά μου την έγραψε, όπως φαίνεται από την ημερομηνία, πριν από είκοσι δύο χρόνια. Έκτοτε, έκανε διάφορες προσθαφαιρέσεις, που επίσης φαίνονται και την τελειοποίησε. Τη συνιστώ ανεπιφύλακτα, είναι η συνταγή της επιτυχίας!
Θα βγάλετε ελαφρώς τα μάτια σας για να τη διαβάσετε, γιατί είναι γραμμένη σε greeklish, αλλά το αποτέλεσμα σας εγγυώμαι πως θα σας αποζημιώσει. Πατήστε πάνω στην εικόνα για να μεγαλώσει και αντιγράψτε τη με την ησυχία σας.

Τώρα, πιθανώς αναρωτιέστε γιατί στην ευχή η μαμά μου δεν έγραφε τις συνταγές της κανονικά, όπως όλες οι άλλες μαμάδες. Είναι πολύ απλό. Η δικιά μου φοίτησε σε αγγλόφωνο σχολείο, ήρθε στην Ελλάδα μετά το τέλος των σπουδών της και τα ορθογραφικά λάθη που έκανε γράφοντας ελληνικά την εκνεύριζαν τα μάλα! Έτσι, καθιέρωσε τα φραγκοχιώτικα και άφησε εμάς, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, να ταλαιπωρούμαστε προσπαθώντας να διαβάσουμε τα γραπτά της...

Σήμερα, τα greeklish είναι μόδα.
Ο λόγος που πολύς κόσμος γράφοντας στο διαδίκτυο χρησιμοποιεί λατινοελληνικά αντί για αγγλικά δεν απέχει πολύ από την αδυναμία της μαμάς μου. Ουσιαστικά, δεν απέχει καθόλου. Τα greeklish είναι η τέλεια λύση για κάθε ανορθόγραφο! Υποτίθεται πως τα greeklish χρησιμοποιούνται για λόγους ασφαλείας, για να «διαβάζονται» δηλαδή απ’ όλους τους υπολογιστές, ακόμα κι απ’ αυτούς που δεν αναγνωρίζουν τις ελληνικές γραμματοσειρές. Αυτό βέβαια στις μέρες μας δεν είναι παρά ένας μύθος. Αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε πως η χρήση των greeklish διευκολύνει τη διαδικτυακή επικοινωνία μεταξύ κατοίκων της Ελλάδας και Ελλήνων ή ελληνόφωνων του εξωτερικού (δηλαδή λύνει τυχόν προβλήματα ασυμβατότητας προδιαγραφών αναμεταξύ μηχανημάτων εγκατεστημένων σε διαφορετικές χώρες), ποια η χρησιμότητά τους όταν πρόκειται για διαδικτυακή αλληλογραφία εντός της επικράτειας;  

Για να το κάνω λιανά, είναι ένας Έλληνας που μένει στην Κυψέλη και ανταλλάσσει στιγμιαία μηνύματα στο facebook μ’ έναν άλλο Έλληνα που μένει στον Πειραιά και γράφουν και οι δυο με λατινικούς χαρακτήρες... σαν ανέκδοτο δεν ακούγεται;  

Για να δούμε τώρα, πότε ξεκίνησε τούτη η υπόθεση που λέγεται «greeklish».
Ο Κώστας Καρθαίος (αυτό είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αθηναίου διανοούμενου Κλέανδρου Λάκωνα, που γεννήθηκε το 1878 και πέθανε το 1955) σ’ ένα κείμενό του γραμμένο το 1934, αναφέρει πως τα φραγκολεβαντίνικα έχουν μεγάλη ιστορία, μιας και αυτή η γραφή απαντάται όχι μόνο σε κείμενα Λεβαντίνων της Σμύρνης αλλά πολύ παλαιότερα, ήδη σε βυζαντινά χειρόγραφα. Διασώζεται δε θεολογικό ελληνικό κείμενο του 1595, τυπωμένο στην Ενετία και γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες. Ενδεχομένως να μην είναι καν το αρχαιότερο.      

Σήμερα τα greeklish έχουν φανατικούς φίλους και ορκισμένους εχθρούς. Διόλου πρωτότυπο. Στο συλλογικό έργο «φωνητική γραφή» (εκδόσεις Κάλβος, 1980) υπάρχουν κείμενα θερμών υποστηρικτών των greeklish. Ένα εξ’ αυτών ανήκει στον Κερκυραίο ποιητή Φώτο Γιοφύλλη (κατά κόσμον Σπύρο Μουσούρη, 1887-1981) και είναι μεταγραμμένο στη λατινική, πλην των χαρακτήρων «γ», «δ» και «θ». Το κείμενο αυτό, σημειωτέον,  πρωτοδημοσιεύτηκε το 1930 στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πρωτοπορία».  

Telos, γia na min ta poliloγume, γiati tapame poles fores afta, prepi na parume to latiniko alfavito metariθmizontas-to fθogoloγika kata tis anages pu ehi i γlosa-mas. Etsi horis n' agiksome tin orθografia tis arheas elinikis, pu poles-tis lekses sozonde sti nea-mas, benume stin istoria ton politizmenon eθnon, ehume ta dieθnika γramata pu tahi olos o politismenos kosmos, ke pu ta piran tora teleftea ki i Turki”.

Μιας και μ’ απασχόλησε το θέμα, ρώτησα ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο που εργάζεται πολλά χρόνια ως δημιουργικός διευθυντής σε διαφημιστική εταιρία και που είναι φανατικά υπέρ των greeklish, να μου αιτιολογήσει τη θέση του.

Το πρώτο που μου απάντησε είναι πως τα greeklish είναι το ιδανικό επικοινωνιακό όχημα της εποχής μας. Γραμμένη μία ελληνική λέξη με λατινικούς χαρακτήρες, όταν πρόκειται για διαφημιστικό μήνυμα, αποκτάει έναν κοσμοπολίτικο αέρα κι έτσι καταλήγει αποτελεσματικότερη. Ισχύει δηλαδή ο ίδιος ακριβώς λόγος εξ αιτίας του οποίου η εγχώρια διαφήμιση χρησιμοποιεί κατά κόρον αγγλικές λέξεις και όχι τις αντίστοιχες ελληνικές. Το ξενόφερτο δημιουργεί την εντύπωση του εξωτικού, περιέχει δηλαδή κάτι το μαγικό. Τι είναι αυτό το μαγικό;

Κατ’ αρχάς είναι η ακαθόριστη αίσθηση πως το συγκεκριμένο όνομα (άρα το προϊόν ή η υπηρεσία που αντιπροσωπεύει) υπερτερεί σε ποιότητα, καθότι σχετίζεται με το εξωτερικό. Ας μην ξεχνάμε πως μέχρι πριν λίγες δεκαετίες στην ελληνική αγορά υπήρχαν μόνο τα στοιχειώδη, τα είδη πολυτελείας προέρχονταν αποκλειστικά «απ’ έξω». Και σήμερα όμως, ο Έλληνας καταναλωτής εκτιμάει κατά βάσει τα εισαγόμενα προϊόντα. Εύστοχα θα παρατηρήσετε εδώ: Γιατί, μήπως έχει η Ελλάδα αξιόλογη παραγωγή που περιφρονείται αδίκως; Εγώ θα επικαλεστώ ένα άλλο σχετικό παράδειγμα: Το Καποδιστριακό, το μεγαλύτερο και παλαιότερο πανεπιστήμιο της χώρας μας, αλλά και της Βαλκανικής χερσονήσου και ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου, προσλαμβάνει -κατά συντριπτική πλειοψηφία- διδάσκοντες που έχουν φοιτήσει σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής και όχι δικούς του αποφοίτους. Η αιτία αυτής της προτίμησης είναι απλή. Η γνώση ερχόταν και εξακολουθεί να έρχεται απ’ έξω. Ομοίως οι προδιαγραφές της ποιότητας. Καλύτερα όμως ν’ αποφύγουμε αυτές τις διανοητικές κακοτοπιές για την ώρα και να συνεχίσουμε με τους λόγους που η ελληνική διαφήμιση στηρίζεται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στις αγγλικές λέξεις, κατ’ επέκταση και στα greeklish.

Όταν λοιπόν το μάτι «σκοντάψει» πάνω σε μία ανορθόδοξα γραμμένη ελληνική λέξη, το μυαλό συλλαμβάνει βέβαια το νόημα που προκύπτει αυτομάτως από την ανάγνωσή της, αλλά ο λογικός συνειρμός παρενοχλείται, με αποτέλεσμα να καθυστερεί μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, χρόνος ικανός για να επιτρέψει στο συναίσθημα να πάρει το προβάδισμα. Και η επιτυχία μιας διαφήμισης οφείλεται κυρίως στην αφύπνιση του συναισθήματος που προκαλεί και όχι στην κινητοποίηση της λογικής. Γι αυτό και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όταν ο διαφημιστικός στόχος είναι η συναισθηματική εμπλοκή του δέκτη  με την παράδοση, το μήνυμα γράφεται βεβαίως με ελληνικά γράμματα.

Το δεύτερο για τη χρήση των greeklish που μου είπε ο αγαπημένος μου διαφημιστής, δηλαδή για τη γραφή ελληνικών λέξεων βάσει του λατινικού αλφάβητου όσον αφορά τη διαδικτυακή, διαπροσωπική επικοινωνία... ομολογώ, δεν το πολυκατάλαβα.

«Τα greeklish μπορούν να γίνουν η γέφυρα επικοινωνίας της ελληνικής γλώσσας με τους λαούς όλου του κόσμου», είπε με φωνή στεντόρεια. Όταν ζήτησα περαιτέρω ανάλυση, μου μίλησε για διάφορα πράγματα που μέσες-άκρες σχετίζονταν με το ενδιαφέρον που υποτίθεται πως προκαλεί η ελληνική γλώσσα στον ξένο όταν είναι λέει γραμμένη με χαρακτήρες οικείους στη δική του αντίληψη.
Πως γίνεται αυτό δεν ξέρω. Τα greeklish γράφονται και κατανοούνται αποκλειστικά από γνώστες της ελληνικής. Κάνω λάθος;
Να πω τι κατάλαβα απ’ αυτά που άκουσα;
Πως ο Έλληνας που χρησιμοποιεί τη λατινική γραφή αισθάνεται εγγύτερα στον υπόλοιπο κόσμο, δηλαδή όχι αποκομμένος στη μικρή ελληνική κοινωνία αλλά μέλος της παγκόσμιας κοινότητας, κι αυτή η νοητή υπέρβαση των συνόρων τον κάνει να νιώθει καλύτερα με τα μέσα του. Αυτό κατάλαβα, μάρτυς μου ο Θεός. Το άλλο, δηλαδή το πως ο Γιαπωνέζος που γνωρίζει αγγλικά αν διαβάσει «kalimera, sou grafw apo Ellada, eixame liakada simera, eseis meta to seismo pws ta pate?» θα αγαπήσει την ελληνική γλώσσα, δυσκολεύομαι πολύ να το κατανοήσω. Αφού δυσκολεύομαι, να μην το πω;  

Να πω επίσης πως τα greeklish στερούνται ενός βασικού στοιχείου όσον αφορά την ορθή κατανόηση της νεοελληνικής: της οξείας. Εκτός λοιπόν της αντικειμενικής δυσκολίας στην ανάγνωση, πολλές ελληνικές λέξεις γραμμένες στα λατινικά και άρα άνευ τόνων μπορούν να διαβαστούν με λάθος τρόπο. Κατά συνέπεια, το νόημα μιας πρότασης μπορεί εύκολα να παρερμηνευτεί. Πρόσφατο παράδειγμα, το σχόλιο ενός αναγνώστη αυτού του blog, στην προχθεσινή ανάρτησή μου με τίτλο «βλάκας είναι...». Πριν λίγες ώρες εκείνος έγραψε «xalia», εννοώντας «χαλιά». Διαβάζοντας εγώ γρήγορα και χωρίς τη βοήθεια του τόνου κατάλαβα «χάλια». Και δεδομένου του χιουμοριστικού λεκτικού περιβάλλοντος, εισέπραξα το νόημα όλου του μηνύματος με τελείως λάθος τρόπο. Βέβαια, εξ' αιτίας αυτού ακριβώς του λάθους καταπιάστηκα με το κείμενο που διαβάζετε τώρα.  

Δε σκοπεύω να αναπαράγω εδώ τη στερεότυπη άποψη πως το ελληνικό αλφάβητο είναι ένα πολιτισμικό κληροδότημα που οφείλουμε να διατηρήσουμε. Άλλωστε νυστάζω εδώ και ώρα. Θα πω μόνο πως και τα ελληνικαλικά, όπως ονομάζονται τα greeklish, έχουν τους ορθογραφικούς τους κανόνες. Τα greeklish φυσικά δε διδάσκονται, προς το παρόν δηλαδή. Υπάρχει όμως το διεθνές πρότυπο ISO 8432 που είναι η νόρμα μεταγραφής των ελληνικών στη λατινική. Οι χρήστες των greeklish που αγωνιούν αν γράφουν σωστά ή όχι (προσωπικά πολύ αμφιβάλλω, αν όχι για την ύπαρξη, τουλάχιστον για το πλήθος αυτών) μπορούν με κάτι λιγότερο από πενήντα ευρώ να «κατεβάσουν» τον οδηγό αυτό απ’ το διαδίκτυο. Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν ό,τι κάνουν ως τώρα, δηλαδή θα βασίζουν τη γραφή τους στην οπτική ομοιότητα των φθόγγων, ανάμεσα στα δύο αλφάβητα. Κι ο Θεός βοηθός!

Για να μην πείτε όμως πως δε σας φροντίζω κι επειδή η γνώση κάθε είδους, κατά την άποψή μου, είναι πολύτιμη μεν αλλά πρέπει να διακινείται ελεύθερα, να  ορίστε, στη διεύθυνση http://services.innoetics.com/greeklish/ μπορείτε να μετατρέψετε δωρεάν και αυτοστιγμεί τη λέξη ή το κείμενό σας, από ελληνικά σε greeklish και το αντίστροφο.
 
Δεν πιστεύω να υπάρχουν παράπονα; Α, είπα, μήπως.


15.3.11

je veux

"Paris is a feeling", φωτογραφία της Irene Suchocki

Μικρή ονειρευόμουνα πολύ συχνά πως ήμουν στο Παρίσι.
Δε θυμάμαι να είχα δει κάτι σχετικό στην τηλεόραση, ούτε να είχα διαβάσει κάτι, ή να μου είχαν διηγηθεί κάποια δελεαστική ιστορία για τη γαλλική πρωτεύουσα.
Απλώς ήθελα να βρεθώ εκεί, χωρίς να ξέρω τίποτα περισσότερο. Κι ήμουν δε θα ’μουν έντεκα ετών.

Μια μάντισσα πρόπερσι μου είπε πως στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν Παριζιάνα κι άκουγα στ’ όνομα Manon. Μάλιστα. Αφήστε που ο αγαπημένος μου ηθοποιός είναι Γάλλος.

Αυτή τη στιγμή που σας γράφω έχει «πέσει» το σύστημα της Aegean, αλλά που θα πάει, θα το φτιάξουν και θα μάθω πόσο κοστίζει τέλος πάντων αυτή η πτήση.

Μέχρι τότε, θα απολαύσω άλλη μια φορά το τραγουδάκι που ακολουθεί.
Γουστάρω τρελά το σκοπό και συμφωνώ απόλυτα μ’ όσα λέει η δροσερή Zaz: Ούτε μια σουίτα στο Ριτζ, ούτε κοσμήματα Chanel, ούτε λιμουζίνα, ούτε προσωπικό, ούτε καν ο πύργος του Άιφελ. Αυτό που μετράει δεν είναι οι καλοί τρόποι, η ξύλινη γλώσσα ή τα κλισέ και βέβαια όχι τα λεφτά. Η ευτυχία θέλει αγάπη, χαρά, καλή διάθεση, ευθύτητα κι ελευθερία!
Γαλλικό το τραγούδι. Τυχαίο κι αυτό;


τούρκικο χαμάμ



Είσαι ημίγυμνος, ξαπλωμένος, εδώ και ώρα, πάνω σε ένα μεγάλο οκτάγωνο υπερυψωμένο μαρμάρινο βάθρο, καταμεσής μιας μεγάλης αίθουσας. Ζεσταίνεσαι. Ιδρώνεις. Ζεσταίνεσαι κι άλλο. Νιώθεις μια ελαφρά ζαλάδα. Ακούς νερά να τρέχουν και σκόρπιες κουβέντες. Τούρκικα, αγγλικά...  
Ανοίγεις τα μάτια. Όλα γύρω θολά. Ο μαγικός φωτισμός από τα μικρά γυάλινα «μάτια» που είναι καρφωμένα εδώ κι εκεί στη θολωτή οροφή σε συνεπαίρνει.
Ονειρεύεσαι; Όχι ακριβώς.

Που είσαι;
Είσαι στην Πόλη, σ’ ένα ιστορικό χαμάμ που χτίστηκε το 1557.  

Ένας νεαρός «tellak» (μασέρ), ημίγυμνος κι αυτός σε προσκαλεί να κάτσεις σ’ ένα χαμηλό μαρμάρινο πάγκο.
Όρθιος μπροστά σου παίρνει μ’ ένα μεταλλικό μπωλ χλιαρό νερό από μια γούρνα και σε δροσίζει. Ύστερα τρίβει το σώμα σου με μία λίφα για να απομακρύνει τα νεκρά κύτταρα. Έντονα στα χέρια, τα πόδια και την πλάτη, προσεκτικά στους ώμους και το λαιμό. Σε ξεπλένει. Ξεπλένεται κι ο ίδιος.
Μετά σε οδηγεί σε μία μικρότερη αίθουσα κι εκεί σου ζητάει να ξαπλώσεις μπρούμυτα πάνω σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο.
Βουτάει μια πάνινη σακούλα σε μία λεκάνη με σαπουνάδα και με μια επιδέξια κίνηση αδειάζει πάνω σου αφρό. Επαναλαμβάνει αυτή τη διαδικασία τρεις – τέσσερις φορές και πλέον είσαι μέχρι το πηγούνι καλυμμένος από φυσαλίδες. Τρίβει δυνατά το σώμα σου με τα δάχτυλα και τις παλάμες του και κουνάει τα μέλη σου με τέτοιο τρόπο ώστε να ανακουφιστείς από τυχόν πιασίματα. Λίγο αργότερα βρίσκεσαι ανάσκελα. Ξανακαλύπτεσαι από σαπουνόφουσκες και το μασάζ συνεχίζεται. Φτάνοντας στο πρόσωπο, η πίεση γίνεται ανεπαίσθητη. Απολαμβάνεις το άγγιγμα...
Αφημένος πια απολύτως στα έμπειρα χέρια του φροντιστή σου, υπακούς, σηκώνεσαι και κάθεσαι δίπλα σε μια γούρνα. Πλέον σε λούζει με δεξιοτεχνία, χαλαρώνοντας κάθε κύτταρο του εγκεφάλου σου. Προσεύχεσαι να μην τελειώσει η στιγμή, αλλά δε γίνεται. Έρχεται η ώρα να ξεπλυθείς. Μεταλλικά μπωλ αδειάζουν χλιαρό νερό στο κεφάλι σου και αφαιρούν το σαπούνι. Το κρύο νερό στο τέλος είναι οπωσδήποτε μια έκπληξη! Ευχαριστείς κι εγκαταλείπεις στάζοντας το θερμό θάλαμο. Στην επόμενη αίθουσα όμως σε περιμένει πάλι ο tellak σου, κρατώντας αφράτες πετσέτες. Σκουπίζει τα μαλλιά, στεγνώνει το σώμα σου και σε αποχαιρετά. Λίγα λεπτά μετά, στεγνός, καθαρός και χαλαρωμένος, απολαμβάνεις ένα ωραίο τσάι στο σαλόνι του χαμάμ. Όποτε θες, πας, ντύνεσαι, φεύγεις και συνεχίζεις τη βόλτα σου στη Βασιλεύουσα.  

Έχεις χίλιους κι έναν λόγους να βρεθείς στην Πόλη. Ο ένας είναι για να απολαύσεις ένα αυθεντικό τούρκικο χαμάμ. Σκέψου το...

14.3.11

σφήνα


Το μεσημέρι, κάποια στιγμή ρολάριζα έξω απ' το Ζάππειο.
Ένας ήλιος τρελός! Επιτέλους άνοιξη!
Δεν άκουγα απολύτως τίποτα απ' την κίνηση πλάι μου, γιατί τα καινούργια ακουστικά του mp-3 έχουν εξαιρετική απόδοση!
Επιπλέον, το κράνος πιέζει στ' αυτιά μου τα συγκεκριμένα περισσότερο απ' ότι τα προηγούμενα. Με το volume στο τέρμα, όπως πάντα, κάτι με κούρασε κι άλλαξα συχνότητα.
Ελληνικό τραγούδι, αυτή τη φορά.
Άναγνώρισα αμέσως τη φωνή της Άντζελας. "Ω Παναγιά μου!" σκέφτηκα.
Μη μπορώντας, για λόγους ασφαλείας, να αναζητήσω άλλο σταθμό, άκουσα το κομμάτι αυτό και μάλιστα στη διαπασών, μέχρι και την Καραγιώργη Σερβίας.
Εκεί πια μου δόθηκε η ευκαιρία να ελευθερώσω το ένα μου χέρι και άρα να δραπετεύσω.
Αλλά δεν το έκανα. Πλέον άκουγα τη φωνή του Μαργαρίτη.
Ντουέτο το τραγούδι. Παρακαλώ.   

πατέντες για το άγχος

φασκόμηλο, το αγχολυτικό
Κατ’ αρχάς, το άγχος είναι η απόδειξη πως ο άνθρωπος, ο οποίος διακατέχεται απ΄ αυτό, δεν εμπιστεύεται τη ροή και την εξέλιξη της ζωής, δε δέχεται πως το συμπυκνωμένο νόημα που περιέχεται στην έννοια «θεία πρόνοια» έχει πραγματική υπόσταση.   

Πρακτικά, το άγχος είναι μια δυσάρεστη, ακαθόριστη, διάχυτη αίσθηση ανησυχίας, δηλαδή φόβου, το οποίο συχνά προκαλεί ανεπιθύμητα σωματικά συμπτώματα, π.χ. ταχυκαρδία, ζαλάδα, πονοκέφαλοι, αστάθεια, «βάρος» στο στήθος, τρέμουλο, σπαστική κολίτιδα κτλ. Σε σοβαρές περιπτώσεις, το άγχος καθιστά τον άνθρωπο δυσλειτουργικό, ανήμπορο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, να επιλύσει προβλήματα ή να πάρει σημαντικές αποφάσεις.  Ενίοτε δε, το άγχος αποκτάει χαρακτηριστικά τρόμου και εκδηλώνεται ως κρίση πανικού. Επιπλέον, στις μέρες μας το άγχος αναγνωρίζεται ως η γενεσιουργός αιτία ή έστω ένας σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας μίας ατελείωτης σειράς σοβαρών παθήσεων.

Η ύπαρξη του άγχους βεβαίως αιτιολογείται. Εκτός του ότι ο Θεός μας εφοδίασε με το άγχος για να διασκεδάζει λίγο περισσότερο με τα παθήματά μας, που οπωσδήποτε είναι μία σεβαστή άποψη, το άγχος λειτουργεί προειδοποιητικά και άρα προστατευτικά για κάθε οργανισμό. Είναι ένα είδος εσωτερικού συναγερμού, ο οποίος ενεργοποιείται εν όψει κάποιας απειλής, ώστε με έγκαιρη προετοιμασία αυτή να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα. 

Σε πρακτικό επίπεδο, μερικοί από τους παράγοντες που ενοχοποιούνται για τη δημιουργία του άγχους είναι:
-          η ιδιοσυγκρασία, που ενδεχομένως να είναι εκ φύσεως αγχώδης
-          οι εσωτερικές συγκρούσεις (π.χ. μεταξύ επιθυμίας και περιβαλλοντικών
 ή ιδεολογικών περιορισμών)  
-          οι κίνδυνοι, δηλαδή οι πραγματικές, θεωρητικές ή και φανταστικές
 μελλοντικές απειλές
-          η χαμηλή αυτοεκτίμηση ή η αυτο-αμφισβήτηση όσον αφορά τις ικανότητες
-          οι προηγούμενες, ιδίως επανειλημμένες αποτυχίες ή οι κακοτυχίες 
-          η υπερδραστηριότητα
-          τα διλήμματα, οι κρίσιμες αποφάσεις
-          η διαπαιδαγώγηση (τυχόν υπερ-απαιτητικοί ή αγχώδεις γονείς κάλλιστα
 μπορούν να κληροδοτήσουν το άγχος τους στα παιδιά τους)
-          οι ενοχές

Βεβαίως, υπάρχει μία διάκριση μεταξύ αντικειμενικού (φυσιολογικού) και νευρωσικού (παθολογικού) άγχους. Το «δημιουργικό» άγχος, ως προσαρμοστικός μηχανισμός, φέρνει θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα, το υπερβολικό, παρατεταμένο άγχος καταλήγει σε δυσλειτουργίες και ασθένειες. 

Πως όμως ερμηνεύει η επιστήμη την πρόκληση του άγχους;
Εκτός από τις οργανικές αιτίες, υπάρχουν πολλές διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις του θέματος που, συνοπτικά, ομαδοποιούνται στις βιολογικές και στις ψυχολογικές θεωρίες.

Στα οργανικά αίτια περιλαμβάνονται νευρολογικές και ενδοκρινικές διαταραχές, καρδιαγγειακά-κυκλοφορικά, αυτοάνοσα, λοιμώδη ή μεταβολικά νοσήματα,  νοσήματα του αναπνευστικού και βέβαια φάρμακα και τοξικές ουσίες. Με λίγα λόγια κάποιος μπορεί να υποφέρει από άγχος λόγω μιας πολύ σοβαρής πάθησης, π.χ. ενός όγκου στον εγκέφαλο ή ακόμα και επειδή καπνίζει, ή πίνει λίγο παραπάνω καφέ απ’ όσο ίσως θα ’πρεπε.

Οι βιολογικές θεωρίες περί άγχους σχετίζονται κυρίως με διαταραχές στη νευροδιαβίβαση και με την αυξημένη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Οι ψυχολογικές θεωρίες πάλι, διαφοροποιούνται, ακολουθώντας τις τρεις κύριες κατευθύνσεις του είδους, δηλαδή την υπαρξιακή, τη γνωσιακή-συμπεριφορική και τη βάση κάθε άλλης, δηλαδή την ψυχαναλυτική, φροϋδική σχολή. 

Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεωρία εστιάζει στον συνειδητό εαυτό και υποστηρίζει πως το άγχος είναι το αποτέλεσμα αφ’ ενός συγκεκριμένων ερεθισμάτων από το περιβάλλον, αφ’ ετέρου μάθησης, μίμησης προτύπων.  Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεώρηση, το άτομο πάσχει από άγχος επειδή υποτιμάει την ικανότητά του να αντιμετωπίσει τυχόν απειλές της ψυχικής ή σωματικής του ακεραιότητας και της κοινωνικής του οντότητας, ενώ ταυτόχρονα υπερεκτιμά τους ενδεχόμενους κινδύνους.

Η υπαρξιακή θεωρία κρίνει πως το άγχος είναι προϊόν της επίγνωσης του ανθρώπου όσον αφορά τη μηδαμινότητα της ύπαρξής του, αίσθημα εξίσου τυραννικό με την αποδοχή της αναπόφευκτης μελλοντικής απώλειας της ύπαρξης, δηλαδή του θανάτου. Σύμφωνα με τους υπαρξιστές, το άτομο βιώνει άγχος επειδή κατανοεί πως η ζωή είναι κενή και άνευ νοήματος.

Η ψυχαναλυτική θεωρία που θεμελιώθηκε από τον Freud, υποστηρίζει πως το άγχος είναι μία ενδοψυχική σύγκρουση, η οποία προκύπτει από τη διαμάχη ανάμεσα στις ενορμήσεις, δηλαδή τις ενστικτώδεις επιθυμίες του ατόμου (Αυτό) και στις κοινωνικές επιταγές που το άτομο αντιλαμβάνεται και έχει εσωτερικεύσει (Υπερεγώ). Ο συνειδητός εαυτός του ατόμου (Εγώ) στην προσπάθειά του να εξισορροπήσει αυτή την ασυνείδητη πάλη χρησιμοποιεί μία σειρά από αμυντικούς μηχανισμούς, από τακτικές εξουδετέρωσης του υπερβολικού άγχους. 

Οι κυριότεροι τέτοιοι μηχανισμοί, «μηχανισμοί προσαρμογής», όπως λέγονται, είναι οι εξής:
-          η προβολή, δηλαδή η διαδικασία κατά την οποία το άτομο μεταθέτει σε άλλο πρόσωπο δικά του στοιχεία (ιδέες, σκέψεις, ενορμήσεις, κίνητρα, συναισθήματα, ιδιότητες κτλ) προκειμένου να περιορίσει το άγχος που εκπορεύεται από δικές του ευθύνες, ενοχές ή μειονεξίες.

-          η ενδοβολή, δηλαδή η εσωτερίκευση ορισμένων ιδεών ή γεγονότων ή ακόμα η συμβολική εσωτερίκευση της ψυχικής αναπαράστασης ενός αγαπητού ή αντίθετα μισητού ατόμου, με σκοπό τη διαρκή «παρουσία» του, την εσωτερική «εγκατάστασή» του. Αν το αντικείμενο, δηλαδή το πρόσωπο είναι αγαπητό, το άτομο που ενδοβάλλει μειώνει το άγχος του αποχωρισμού από αυτό. Αν είναι μισητό, το άτομο πάλι μειώνει το άγχος του, σε αυτή την περίπτωση όμως επειδή ενδοβάλλοντας θέτει τα κακά χαρακτηριστικά του άλλου κάτω από τον δικό του έλεγχό. Η ενδοβολή είναι το αντίθετο της προβολής.

-          η μετατόπιση, δηλαδή η άρνηση του ατόμου να αντιμετωπίσει την πραγματική αιτία του άγχους του και η εν συνεχεία υποκατάσταση αυτής της αιτίας από μία εντελώς διαφορετική. Σε αυτή τη διαδικασία, συναισθήματα, ιδέες ή επιθυμίες μεταφέρονται από το αρχικό αντικείμενο σε ένα υποκατάστατο, πιο αποδεκτό ή πιο προσιτό. Για παράδειγμα, ένας έφηβος θυμωμένος με τον πατέρα του μπορεί να γίνει βίαιος με το σκύλο της οικογένειας.

-          η αναπλήρωση, δηλαδή η ανάπτυξη ιδιοτήτων, ικανοτήτων και συμπεριφορών με σκοπό τη μείωση της έντασης που προκαλείται από μια πραγματική (φυσική ή διανοητική) ή μια φανταστική αδυναμία. Το άτομο αντισταθμίζοντας δημιουργεί υποκατάστατα και ταυτόχρονα στρέφει την προσοχή των άλλων μακριά από εκεί όπου αισθάνεται πως υστερεί.

-          η αντιστάθμιση, κατά την οποία το άτομο υιοθετεί συναισθήματα, ιδέες, στάσεις και συμπεριφορές ακριβώς αντίθετες από τις ενορμήσεις που προσκρούουν στην ιδεολογία του. Για παράδειγμα, στην πραγματικότητα άτομα του ίδιου φύλου μπορεί να έλκουν σεξουαλικά έναν φαινομενικά ορκισμένο εχθρό της ομοφυλοφιλίας.

-          η ταύτιση με κάποιον που έχει πραγματοποιήσει μια αξιόλογη πράξη ή που βρίσκεται σε μία ευχάριστη κατάσταση.

-          η ονειροπόληση, δηλαδή η αναζήτηση της ευτυχίας στη φαντασίωση, η νοητική φυγή μακριά από τις δυσκολίες της πραγματικότητας, η ικανοποίηση των αναγκών σε επίπεδο φαντασίας, ιδίως όσον αφορά στόχους που δεν είναι κατορθωτό, τουλάχιστον όχι εύκολα, να κατακτηθούν σε ρεαλιστική βάση. 

-          η εκλογίκευση, δηλαδή η απόκρυψη της πραγματικής σκέψης, η παρουσίαση των πράξεων σαν αποτέλεσμα λογικά τεκμηριωμένων κινήτρων ή αιτιών, που όμως διαφέρουν από τα αληθινά. Η εκλογίκευση είναι μία εύκολη λύση, όταν το άτομο, παρότι γνωρίζει την ασυνέπεια της διαγωγής του ως προς τις ιδέες του ή βιώνει μία κατάσταση δυσχέρειας οποιασδήποτε μορφής, αρνείται να αντιμετωπίσει τις συνακόλουθες εσωτερικές συγκρούσεις.

-          η διανοητικοποίηση, μέσω της οποίας το άτομο, προκειμένου να αποφύγει το συναισθηματικό κόστος της προσωπικής εμπλοκής, χρησιμοποιεί γενικεύσεις, δηλαδή αφηρημένα διανοητικά σχήματα, για να προσεγγίσει ζητήματα που το αφορούν άμεσα.

-          η εξιδανίκευση, δηλαδή μία υποκατάστατη δημιουργική δραστηριότητα με σκοπό τη διαφοροποίηση των πρωτόγονων επιθυμιών και την αντικατάσταση των φυσικών ορμών με πράξεις κοινωνικά αποδεκτές, των επιθυμιών με ιδεώδη και των συγκινησιακών εκδηλώσεων με σκέψεις ευγενούς περιεχομένου.

-          η επαναγωγή ή παλινδρόμηση, δηλαδή η οπισθοδρόμηση σε πρώιμα στάδια της παιδικής ψυχοσύνθεσης και ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης.

-          η απώθηση, δηλαδή η συνειδητή ή ασυνείδητη αποδίωξη επώδυνων για το άτομο ενορμήσεων, ιδεών, συναισθημάτων, φαντασιώσεων ή γεγονότων και η διατήρησή τους στο ασυνείδητο τμήμα του νου. Μοιάζει με λήθη γιατί η απώθηση κρατάει τις ανεπιθύμητες πληροφορίες μακριά από την ενημερότητα και την επίγνωση του ατόμου.

-          η αναστροφή, δηλαδή η επικράτηση της ασυνείδητης επιθυμίας, π.χ. κάποιος που εκ παραδρομής λέει «όχι», όταν ουσιαστικά θέλει να πει «ναι». Με την αναστροφή επίσης, η επιθετική ενόρμηση αναστρέφεται, μ’ άλλα λόγια η επιθετικότητα στρέφεται προς τον εαυτό.

-          η άρνηση, δηλαδή η μη αποδοχή προφανών γεγονότων ή βιωμάτων.

-          η διάσχιση, δηλαδή ο αποχωρισμός συγκεκριμένων ψυχικών ή συμπεριφορικών διεργασιών από την υπόλοιπη ψυχική δραστηριότητα του ατόμου (π.χ. αμνησία).

-          η εκδραμάτιση, δηλαδή η συμπεριφορά που σκοπό έχει να ανακουφίσει, έστω προσωρινά και εν μέρει, μία ενόρμηση ή παρόρμηση και ταυτόχρονα να αποκρύψει από το άτομο την πραγματική αιτία αυτής του της συμπεριφοράς, π.χ. μία γυναίκα με ασυνείδητο άγχος αμφισβήτησης της θηλυκής της ταυτότητας, η οποία επιδίδεται σε έντονη σεξουαλική δραστηριότητα. 

-          η μόνωση, δηλαδή η συναισθηματική αποστασιοποίηση.  Ουσιαστικά, είναι ο  αποχωρισμός μιας ιδέας ή μιας μνήμης από τη συνοδό συναισθηματική της επένδυση. Γενικότερα αφορά την αποφόρτιση της συνείδησης από τα συναισθήματα. Τη χρησιμοποιούν κατά κόρον οι γιατροί προκειμένου να παραμένουν λειτουργικοί, δηλαδή να μην καταρρακώνονται από την οδύνη των ασθενών τους. 

-          η πρόβλεψη, ένα είδος «στρατηγικής» όσον αφορά το μέλλον. Προβλέποντας, το άτομο εν αναμονή ενός επώδυνου γεγονότος, π.χ. της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, προετοιμάζεται κατάλληλα ώστε να υποστεί το μικρότερο δυνατό ψυχικό κόστος.

-          ο συμβολισμός, δηλαδή η αντικατάσταση ενός αντικειμένου ή μιας ιδέας από κάποιο άλλο αντικείμενο ή ιδέα. Ο συμβολισμός βασίζεται στο συσχετισμό και την ομοιότητα, δηλαδή το σύμβολο έχει πάντοτε κάτι κοινό με το αντικείμενο που συμβολίζει , π.χ. κάποια ίδια ποιότητα ή χαρακτηριστικό. Τα όνειρα στηρίζονται στο συμβολισμό, όπως επίσης οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί.

-          το χιούμορ, δηλαδή η έκφραση αγχογόνων κυρίως συναισθημάτων, ιδεών ή επιθυμιών με  ελαχιστοποίηση του άγχους τόσο του ίδιου του χιουμορίστα όσο και του αποδέκτη

Όπως λένε, η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Ο οργανισμός χρησιμοποιεί όλες τις προηγούμενες μεθόδους, άλλοτε σχεδόν μηχανικά κι άλλοτε εντελώς ασυνείδητα. Αυτό όμως συνήθως δεν αρκεί για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για να διατηρηθεί το άγχος σε χαμηλά επίπεδα, δεδομένων των εξοντωτικών ρυθμών αλλά και της αγριότητας της σύγχρονης ζωής, θα πρέπει κανείς να θυμάται και να εφαρμόζει συνδυαστικά μερικές σκέψεις αυτοπροστασίας. Απλές σκέψεις που μέσα στην πολυπλοκότητα της πραγματικότητας συχνά μοιάζουν λίγες, χωρίς να είναι. 
Για παράδειγμα:
-          δεν αναλαμβάνω περισσότερα βάρη απ’ όσα αντέχω
-          αποφεύγω να συνδυάζω προφανώς συγκρουόμενες καταστάσεις
-          δεν αναλώνομαι με όσα θέματα απλώς «έτσι είναι και δεν αλλάζουν»
-          αποφεύγω, όσο γίνεται, τις αβεβαιότητες οποιουδήποτε είδους
-          δεν κατασπαταλάω την ενέργειά μου στο τι συνέβη πριν ή στο τι θα συμβεί μετά, αλλά συγκεντρώνομαι στο τι συμβαίνει τώρα
-          ιεραρχώ όσο το δυνατόν πιο σωστά, θέτω λογικές προτεραιότητες
-          αναλογίζομαι τόσο τις δυνατότητες όσο και τις ικανότητές μου, δηλαδή σκέφτομαι σύμφωνα με τους πραγματικούς περιορισμούς μου, χωρίς υπερβολή, ούτε όμως και υποτίμηση
-          περιορίζω στο ελάχιστο την τάση μου για ολοκληρωτικό έλεγχο και απόλυτη εκλογίκευση της ζωής μου
-          αφήνω πάντοτε χώρο για να καλωσορίσω το απροσδόκητο, το τυχαίο, τον αστάθμητο παράγοντα
-          διατηρώ ακμαία την προσαρμοστικότητα και την ευελιξία μου
-          αισιοδοξώ εκ πεποιθήσεως
-          φροντίζω να θυμάμαι πως αν έχω μάθει από τα λάθη του παρελθόντος δεν κινδυνεύω να τα επαναλάβω, ή τουλάχιστον κινδυνεύω λιγότερο
-          αντιμετωπίζω με τη θετικότερη δυνατή διάθεση τις τυχόν αλλαγές, ακόμα και τις ματαιώσεις που προκύπτουν
-          δεν ξεχνώ πως αν η τύχη μου φέρθηκε σκληρά στο παρελθόν όχι μόνο δε σημαίνει πως αυτό θα εξακολουθήσει και στο μέλλον, αλλά αντίθετα πως οι πιθανότητες να μου συμβεί κι άλλο τυχαίο κακό είναι σαφώς λιγότερες
-          δεν γενικεύω, δεν δημιουργώ αόριστα αρνητικά συμπεράσματα επειδή έτυχε κάτι κακό

Εν τέλει, δεν έχει νόημα να αγχώνεται κανείς ούτε για κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει ούτε για κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει. Για το πρώτο αρκεί να αγωνιστεί ήρεμα και όσο το δυνατόν πιο τίμια, ενώ το δεύτερο πρέπει απλώς να το δεχτεί με ψυχραιμία, να το φιλοσοφήσει και τελικά να το αποδεχτεί.

Αν τέλος κάποιος, παρά τις προσπάθειές του, υποφέρει από έντονο άγχος, τότε θα πρέπει πιθανώς να σκεφτεί τη λύση της ψυχοθεραπείας και ίσως της λήψης αγχολυτικών φαρμάκων.

Εγώ πάντως πριν από τόσο δραστικές αποφάσεις, θα πρότεινα μία ανέξοδη, ακίνδυνη, παλιά και δοκιμασμένη συνταγή: ένα «ζεστό». Συγκεκριμένα, μία απολαυστική, αρωματική κούπα με αφέψημα φασκόμηλου. Ξέρω πως ακούγεται απλοϊκό, είναι όμως πολύ ευεργετικό σε περιπτώσεις άγχους μέτριας έντασης. Τι θέλει άλλωστε το άγχος για να φύγει μακριά; Απλές σκέψεις δε θέλει;      

βλάκας είναι...



Χθες βράδυ, η συμπεριφορά κάποιου με ενόχλησε σε αισθητικό επίπεδο.
«Τον βλάκα!», σκέφτηκα.
Τότε αναπήδησε απ' τα βάθη της σκέψης μου μία φράση του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη: «κιτς είναι να απορρίπτεις ως κιτς κάθε τι που δε σου αρέσει», την οποία φυλάω ευλαβικά στο μυαλό μου, μαζί με άλλα διδακτικά αποφθέγματα.
Αμέσως μετά αναρωτήθηκα «βλάκας; κάτσε ρε, γιατί βλάκας;».

Τι σημαίνει βλάκας όμως; Έλα ντε!
Άνοιξα ευθύς την «Πάπυρος Λαρούς», όπως επέμενε ο μπαμπάς μου, όποτε είχα κάποια απορία, τότε που ήμουν ακόμα στο δημοτικό.
Τόμος 4ος ΒΑΓΑ-ΓΙΕΛ, σ. 379... «βλάξ: ο υπό βλακείας χαρακτηριζόμενος, ο μωρός, ο το σώμα και την ψυχή νωθρός».
Προηγουμένως στην ίδια σελίδα, η βλακεία περιγραφόταν ως εξής:
«μωρία, ηλιθιότης, πράξις ή λόγος ανόητος (κν. κουταμάρα) / (αρχ.) πνευματική οκνηρία / (ψυχιατρ.) βαθμός ανεπαρκούς αναπτύξεως της ευφυΐας, βαρύτερος της μωρίας. Η διανοητική αυτή εξασθένησις δυνατόν να είναι συγγενής ή επίκτητος».

Ωραία. Αυτά όμως γράφτηκαν ακριβώς πριν από 48 χρόνια, βλέπετε η δική μας εγκυκλοπαίδεια είναι έκδοση του 1963.
Δε μπορεί, σκέφτηκα, μισό αιώνα μετά ο χαρακτηρισμός θα έχει διαφοροποιηθεί. Χρειαζόμουν άρα μια πιο σύγχρονη άποψη. Τι πιο άμεσο και πιο δραστικό απ’ το να ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους γύρω του; Αποφάσισα λοιπόν να απευθύνω το ερώτημα «τι είναι βλάκας;» σε δεκαεπτά δικούς μου ανθρώπους. Μη φανταστείτε πως επέλεξα το συγκεκριμένο αριθμό με κάποιο επιστημονικό κριτήριο, το δεκαεπτά απλώς συμβαίνει να είναι το αγαπημένο μου νούμερο.
Ιδού οι απαντήσεις, με τη σειρά που τις έλαβα:

…ο άνθρωπος που δεν ξέρει να συμπεριφέρεται, να μιλάει, να κάνει δημόσιες σχέσεις, που δεν καταλαβαίνει το συμφέρον του, αλλά κι αυτός που δεν τα καταφέρνει ακόμα και σε πιο απλά πράγματα. Γενικά, το άτομο «περιορισμένης ευθύνης».
Μύριαμ, 17 ετών, μαθήτρια β΄ λυκείου

... αυτός που νομίζει ότι είναι έξυπνος.
Dipyadip, 48 ετών, blogger
http://dipyadip.blogspot.com

...αυτός που το μυαλό του δεν παίρνει στροφές, ο "κολλημένος".
Κοσμάς, 30 ετών, μηχανικός αεροσκαφών

...αυτός που επαναπαύεται στην περιορισμένη οπτική του για τον κόσμο.
Ιωάννης, 44 ετών, ζωγράφος

... κάποιος που δεν καταλαβαίνει πως κάνει ανοησίες, που δεν πάει ο νους του πως ο άλλος μπορεί να υποφέρει από μια δική του πράξη.
Αγλαΐα, 82 ετών, συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος

... αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται.
Diana, 52 ετών, γηροκόμος

... ο άντρας!
Ξανθή, 30 ετών, εμποροϋπάλληλος

... ο ανόητος, αυτός που δεν καταλαβαίνει.
Γιάννης, 26 ετών, μάγειρας

... ο Γρηγόρης, γιατί είναι εγωιστής και πολύ πιεστικός! Είναι βλάκας, με βήτα κεφαλαίο!
Μαρία με λένε και κλαίνε, 17 ετών, μαθήτρια β’ λυκείου

... ο ανόητος, αυτός που κινείται χωρίς νόηση.
Τίτη, 46 ετών, φωτογράφος

... αυτός που δεν ξέρει πότε να σταματάει να χτυπάει τη μαρέγκα.
Βαγγέλης, 35 ετών, διακοσμητής - στυλίστας

... κάποιος που είναι ανόητος, πως να το πω; …που δεν κάνει σωστά πράγματα
Θησέας, 11 ετών, μαθητής ε’ δημοτικού
(τηλεφωνικά, 12.03.11, 20:30)

... πάνω απ’ όλους, είναι ο «ξερόλας»
Φανή, 68 ετών, P/A

... αυτός που αφήνει τη ζωή του να περνάει αβίωτη
Μαρία, 49 ετών, επιχειρηματίας

... κάποιος που υστερεί νοητικά
Χριστίνα, 31 ετών, φυσιοθεραπεύτρια

... ο χαζός, ο ηλίθιος
Αντώνης, 40 ετών, αρχαιολόγος

Γεια, είμαι ο Θησέας.
Το σκέφτηκα κι αλλάζω τη χθεσινή απάντηση μου σε Ραν ταν πλαν
Θησέας, 11 ετών, μαθητής ε’ δημοτικού
(sms απ’ το κινητό της μάνας του, 13.03.11, 14:08) 

Το να αποκαλέσεις κάποιον «βλάκα» είναι υποτιμητικό κι έτσι δε θα χαρακτήριζα βλάκα έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή στερείται εξυπνάδας. Βλακεία θα χαρακτήριζα την ενόχληση που προκαλεί κάποιος αδυνατώντας να κατανοήσει. 
(Stupid is derogatory, so I won't call someone "stupid" just because of lacking intelligence. Being stupid means to lack in understanding and to do so in an annoying way)
Peter, 37 ετών, ιστορικός ερευνητής & δημοσιογράφος

Δεν είναι εξαιρετικός ο συσχετισμός ηλικίας, ιδιότητας και απάντησης;

Ως παιδιά, θυμάμαι που καμιά φορά παίζοντας λέγαμε «όποιος το λέει είναι!».
Είχαμε άδικο; Δεν είχαμε.
Γιατί, όταν χαρακτηρίζει αγανακτισμένος κανείς τον άλλο «βλάκα!», αναπόφευκτα η φράση του περιέχει στοιχεία από τη λεγόμενη «προβολή».

Η προβολή είναι ένας από τους συνηθέστερους «μηχανισμούς προσαρμογής». Προβολή, σύμφωνα με τη φροϋδική ψυχοδυναμική θεωρία, είναι η ψυχική διαδικασία κατά την οποία το άτομο μεταθέτει στους άλλους δικά του στοιχεία (ιδέες, σκέψεις, ενορμήσεις, κίνητρα, συναισθήματα, ιδιότητες κτλ) προκειμένου να περιορίσει το άγχος που του προκαλούν οι δικές του ευθύνες, ενοχές ή μειονεξίες.

Άλλες μέθοδοι αυτοπροστασίας, π.χ. ενδοβολή, απώθηση, εκλογίκευση, μετατόπιση, αντιστάθμιση, επαναγωγή, εκδραμάτιση κτλ. αναφέρονται με μια σύντομη επεξήγηση στο "πατέντες για το άγχος"

Τι έπαθα όμως εγώ χθες και αποκάλεσα, σιωπηλά έστω, βλάκα τον βλάκα;
Ενοχλήθηκα!
Η ενόχληση αυτή τι ήταν αν όχι το αποτέλεσμα της αδυναμίας μου να τον χειριστώ αποτελεσματικά, για παράδειγμα να αγνοήσω τα λεγόμενά του;
Η ενόχληση, λοιπόν, στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι μειονεξία;
Αν εγώ ήμουν πράγματι ευφυής κι αυτός πράγματι βλάκας, δε θα είχε καταφέρει να μου προκαλέσει την παραμικρή ενόχληση. Άρα δεν είναι αυτή η αλήθεια.
Και αφού αντιλαμβάνομαι την αλήθεια, οφείλω να παραδεχτώ πως ήταν βλακεία εκ μέρους μου που ενοχλήθηκα από τη συμπεριφορά του βλάκα. Δεν έφταιγε ο βλάκας. Φταίει ο βλάκας που είναι βλάκας; Όχι. Ποιος φταίει άρα; Ο υποτιθέμενος μη-βλάκας φταίει, που για οποιοδήποτε λόγο καλείται να τον αντιμετωπίσει και αποτυγχάνει. Εν προκειμένω, εγώ. 

Αλλά, για να δικαιολογηθώ για τον λανθασμένο χαρακτηρισμό που χρησιμοποίησα, ήταν σαφώς προτιμότερο να ενοχοποιήσω εκείνον για τη δική μου ενόχληση, παρά να εμβαθύνω σε ζητήματα  αυτοδιαχείρισης. Γιατί; Γιατί πρώτον αυτό ήταν ασύγκριτα πιο οικονομικό, δηλαδή πολύ πιο γρήγορο. Και δεύτερον, ήταν πολύ πιο ασφαλές, γιατί έτσι αυτομάτως απαλλάχθηκα, εν μέρει έστω, απ’ όσο άγχος αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή και επιπλέον δεν επιβαρύνθηκα με περισσότερο άγχος. Γιατί, η αυτο-ενδοσκόπηση δέχομαι πως είναι ο κύριος δρόμος προς την αυτογνωσία, δεν παύει όμως να είναι μία εξαιρετικά στρεσογόνος διαδικασία.

Πέραν της διαδικασίας της προβολής όμως, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για τους οποίους κατέφυγα στην εύκολη λύση της βουβής κατάκρισης του «αντίπαλου».
Ο Flaubert έγραψε πως ο βλάκας είναι ακατάβλητος, πως όποιος επιχειρήσει να τον προσβάλλει συντρίβεται. Ο Kafka επίσης γράφοντας για τον βλάκα τον χαρακτήρισε αήττητο. Βάσει αυτού του συλλογισμού, θα ήταν βέβαια ανεπανόρθωτο πλήγμα για το σθένος και την αυτοεκτίμησή μου το να δεχθώ πως η ήττα μου σε μία διαπροσωπική διανοητική αναμέτρηση είναι αναπόφευκτη και άρα διαστρέβλωσα έντεχνα την πραγματική ισχύ του άλλου για να παραπλανήσω το νου μου τόσο ώστε να κατακλυστεί από μία προφανώς ψευδή, πλην όμως ζωτικής σημασίας, αίσθηση υπεροχής.

Η αμέσως προηγούμενη διαδικασία ισχύει και στις περιπτώσεις που η σκέψη ενδεχομένως αμφισβητεί την παντοδυναμία του βλάκα, αλλά πάντως εξακολουθεί να αποδέχεται τη βλακεία ως άξιο υποκατάστατο της ευφυΐας. Αυτό ίσως, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει σχήμα οξύμωρο, αλλά αν το καλοεξετάσει κανείς θα διαπιστώσει πως δεν είναι. Νομίζω πως θυμάμαι σε ποιους είπε ο Ματθαίος ότι ανήκει η βασιλεία των ουρανών...          

Ακόμα όμως και βάσει της κοινής παραδοχής που θέλει τον βλάκα να υστερεί, εμένα με εξυπηρέτησε ο χθεσινοβραδινός χαρακτηρισμός. Ο λόγος είναι απλός. Κρίνοντας πως ο άλλος ήταν βλάκας εγώ αισθάνθηκα ανώτερή του, χαϊδολόγησα δηλαδή το σύμπλεγμα κατωτερότητας, που μόλις αποδείχθηκε πως με ταλαιπωρεί. Και μια που η κουβέντα έφτασε στις εκ βαθέων εξομολογήσεις, ε ας πω επίσης πως αν δεν ήμουν βλάκας... θα φρόντιζα τουλάχιστον να το κρύψω.

******************************************************************

Θησέα,
sorry φίλε που κράτησα και τις δύο απαντήσεις σου, αλλά η θεωρία μου λέει πως η πρώτη απάντηση που δίνει κανείς αυθόρμητα, χωρίς να το πολυσκεφτεί, είναι και η καλύτερη. Η μόνη περίπτωση που αυτό δεν ισχύει, κατά τη γνώμη μου, είναι όταν είναι κανείς θυμωμένος. Κατά τα άλλα, το περίφημο «κατόπιν ωρίμου σκέψεως...», εμένα με βρίσκει κάθετα αντίθετη!
Τώρα, όσο για τον Rantanplan, κοίτα... μπορεί να είναι «πιο κουτός κι από τη σκιά του», «γραφικός», «αδέξιος», «ανίκανος», «βλάκας με περικεφαλαία» κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο λεν’ γι’ αυτόν, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως είναι επίσης ένας καλοσυνάτος ηθικός, ειλικρινής και αγαπητός τύπος, τον οποίο ο περίγυρός του εκτιμάει βαθιά.
Και πάνω που σκεφτόμουν, που λες, πως ο Rantanplan είναι σκυλί της έννομης τάξης κι ετοιμαζόμουν να σου γράψω αυτό που είχε πει ο Charles de Gaulle (Σαρλ ντε Γκωλ) ένας παλαιός πρόεδρος της γαλλικής δημοκρατίας, πως δηλαδή «αν οι αστυνομικοί δεν ήταν χαζοί δε θα ’ταν αστυνομικοί»... αποφάσισα τελικά πως δε συμφωνώ με τον Σαρλ.
Γιατί βλέπεις, υπάρχουν δύο ειδών βλάκες, αυτοί που δεν αμφιβάλλουν για τίποτα κι εκείνοι που αμφιβάλλουν για τα πάντα. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.  
Έτσι, το μόνο που θα σου απευθύνω είναι ένα ερώτημα. Έτοιμος;
Για λύσε μου μια απορία ρε Θησέα, πως γίνεται να είναι κανείς διάσημος σ’ όλο τον κόσμο μισό αιώνα τώρα (51 χρόνια, για την ακρίβεια) και ταυτόχρονα να είναι βλάκας; 

12.3.11

zzz...

Αν τυχόν στο σπίτι σας ανακαλύψετε... έναν υπνοβάτη, μην πανικοβληθείτε.
Και μη σπεύσετε να τον ξυπνήσετε. Δεν υπάρχει λόγος.
Αφήστε τον να κάνει τις νυχτερινές του βόλτες.
Το πολύ-πολύ, την επόμενη φορά που θα τον τσακώσετε να περιφέρεται κοιμισμένος, χαμηλώστε την ένταση του στερεοφωνικού και πατήστε το play για να κάνει ό,τι είναι να κάνει μετά μουσικής.
Το "sleepwalk" είναι ένα εξαιρετικό ορχηστρικό για τέτοιου είδους νυχτερινούς περίπατους.
Το έγραψαν το 1959 οι αδερφοί Farina, ή αλλιώς οι Santo & Johnny.
Πολλοί καλλιτέχνες συμπεριέλαβαν αυτό το σκοπό στο ρεπερτόριό τους.
Μία εξ' αυτών, η Betsy Brye, το τραγούδησε κιόλας.
Νομίζω πως αυτή ήταν και η μοναδική εκτέλεση με στίχους.
Εγώ εδώ όμως έβαλα το πρωτότυπο κομμάτι.
Μιας και το αφιερώνω σ' όλους τους υπνοβάτες, προτίμησα την αυθεντική εκδοχή που δεν έχει λόγια κι άρα είναι πιο χαλαρωτική.
Άντε, καλές βόλτες αγαπητοί υπνοβάτες κι όνειρα γλυκά σε 'μας τους υπόλοιπους...  

11.3.11

βγάλ’το από μέσα σου!



Κατάθλιψη σημαίνει βαθιά, απέραντη λύπη. Και είναι μια παθολογική ψυχική κατάσταση, ιδιαίτερα οδυνηρή για εκείνον που τη βιώνει.

Διάφορα λέγονται για την κατάθλιψη. Όπως, ας πούμε, πως οφείλεται σε συσσωρευμένο θυμό που στρέφεται εναντίον του εαυτού ή στη χαμηλή αυτοεκτίμηση του ατόμου και στην τάση του για έντονη αυτοκριτική. 

Άλλοι, οπαδοί της ψυχαναλυτικής θεωρίας, υποστηρίζουν πως το υπόβαθρό της εντοπίζεται στη διαταραγμένη σχέση με τη μητέρα, κατά τη βρεφονηπιακή ηλικία του ατόμου.
Στην αντίπερα όχθη, η γνωστική-συμπεριφορική προσέγγιση αποδίδει την κατάθλιψη στην αρνητική, λανθασμένη εκτίμηση του ατόμου για τον εαυτό του και τον κόσμο.

Σύμφωνα με την κλασική ψυχιατρική, οι παράγοντες που σχετίζονται με την κατάθλιψη ομαδοποιούνται σε γενετικούς, ψυχοκοινωνικούς και νευροβιολογικούς. Κατ’ αρχάς, η σύγχρονη επιστήμη αποδέχεται τη γενετική συμμετοχή στην αιτιολογία των διαταραχών της διάθεσης. Εξίσου σημαντικοί όμως θεωρούνται οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνουν οποιοδήποτε στρεσογόνο γεγονός.

Ο θάνατος αγαπημένου προσώπου, η χηρεία, η απώλεια της εργασίας ή οι συγκρούσεις στο εργασιακό περιβάλλον, ένα διαζύγιο ή ένας χωρισμός, τα τυχόν προβλήματα στο γάμο, την οικογένεια ή την ερωτική σχέση, η φτώχεια ή η αιφνίδια κοινωνικοοικονομική υποβάθμιση, μία μετακόμιση, η μετανάστευση, κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση, αναπηρία ή δυσπλασία, μία εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση, οποιαδήποτε ξαφνική βλάβη της υγείας, τυχόν τραυματικές εμπειρίες (εγκληματική επίθεση, φυσική καταστροφή, ατύχημα κτλ), η εμμηνόπαυση, ο τοκετός, το γήρας, φορές η εφηβεία, η παχυσαρκία, ακόμα και οι εποχιακές αλλαγές είναι μερικές από τις καταστάσεις που κάλλιστα μπορούν να πυροδοτήσουν ένα καταθλιπτικό επεισόδιο, λιγότερο ή περισσότερο επώδυνο.

Η τρίτη κατηγορία παραγόντων που συνδέονται με την κατάθλιψη είναι οι νευροβιολογικοί παράγοντες, δηλαδή οι διαταραχές της νευροδιαβίβασης. Με τον όρο «νευροδιαβίβαση» εννοείται κάθε διαδικασία επικοινωνίας των νευρικών κυττάρων αναμεταξύ τους ή με κύτταρα διαφορετικού τύπου. Η σύγχρονη ψυχιατρική υποθέτει πως για την κατάθλιψη ενδεχομένως ενοχοποιούνται κάποιοι νευροδιαβιβαστές, δηλαδή κάποιες χημικές ουσίες που μεταβιβάζουν τη διέγερση στον εγκέφαλο απ’ τον ένα νευρώνα στον άλλο. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στη νορεπινεφρίνη, στη σεροτονίνη, στην ακετυλοχολίνη, στη ντοπαμίνη και στο γ-αμινοβουτυρικό οξύ. 

Ας μην επεκταθώ όμως, πρώτον γιατί αυτοί οι ισχυρισμοί παραμένουν επιστημονικές υποθέσεις, δεύτερον γιατί δεν είμαι γιατρός κι έτσι δε δικαιούμαι να θίξω τη συγκεκριμένη πτυχή του θέματος και τρίτον γιατί λίγο ακόμα και αυτό εδώ το blog δε θα το διαβάζουν πια ούτε οι στενοί μου συγγενείς!

Θα αναφέρω όμως μερικά βασικά συμπτώματα της κατάθλιψης, γιατί το κρίνω χρήσιμο. Η συγκεκριμένη διαταραχή της διάθεσης έχει ένα πλήθος συμπτωμάτων. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

- λύπη, θλίψη, απογοήτευση, απελπισία
- απάθεια, αδιαφορία, αποστασιοποίηση
- ανηδονία (απώλεια ευχαρίστησης)
- άγχος (εσωτερική δυσφορία, φόβος, αίσθημα επικείμενου κινδύνου, ευερεθιστότητα, προσβολές πανικού συνοδευόμενες από συμπτώματα όπως ιδρώτας, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία)
- συνεχόμενη αϋπνία, συχνά διακεκομμένος ύπνος ή υπερυπνία
- ανορεξία και απώλεια βάρους ή αντίθετα βουλιμία και αύξηση του βάρους
- αδικαιολόγητη κόπωση, ίσως πιο έντονη σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας
- ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας
- επιβράδυνση της σκέψης, της ομιλίας ή των κινήσεων (φτωχές ή μονολεκτικές απαντήσεις, μονότονος και βραδύς λόγος, βλέμμα απλανές, αργές κινήσεις του σώματος ακόμα και κατατονία)
- εκνευρισμός, ανησυχία, ένταση, διέγερση (παρατηρείται συχνά σε ηλικιωμένους κυρίως ασθενείς, οι οποίοι βηματίζουν πάνω-κάτω, στριφογυρνούν τα χέρια τους, τραβούν τα μαλλιά τους, το δέρμα τους, τα ρούχα τους, παραπονιούνται έντονα ή φωνάζουν)
- ελάττωση του ενδιαφέροντος για τις συνήθεις ασχολίες
- έκπτωση της λειτουργικότητας σε επίπεδο εργασιακό, σχολικό, οικογενειακό, φιλικό
- έλλειψη ελπίδας, προσδοκιών, ονείρων, σχεδίων
- αίσθημα ανημπόριας ή/και αναξιότητας
- αναποφασιστικότητα
- ενοχή για τρέχουσες ή παρελθούσες αποτυχίες ή λάθη
- χαμηλή αυτοεκτίμηση
- διαμαρτυρίες του ίδιου του ατόμου για έκπτωση της μνήμης του ή δυσκολία συγκέντρωσης
- σωματικές ενοχλήσεις και πόνοι (πονοκέφαλοι, πόνοι στη μέση, κράμπες, ναυτία, εμετός, δυσκοιλιότητα, δυσκολία στην αναπνοή, πόνος στο στήθος κ.ά.)
- ψυχωτικά συμπτώματα (ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες κτλ)

Φυσικά, μόνο ένας εξειδικευμένος επιστήμονας μπορεί μετά από σχολαστική εξέταση να αποφανθεί αν κάποιο ή κάποια από τα ανωτέρω συμπτώματα πράγματι επιβεβαιώνουν την ύπαρξη κατάθλιψης.

Το ευχάριστο με την κατάθλιψη είναι πως η πρόγνωσή της είναι καλή, πράγμα που σημαίνει πως σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό η νόσος θεραπεύεται.

Αν όμως αφεθεί χωρίς θεραπεία, οι κίνδυνοι για τον ασθενή είναι πολλοί. Ο μεγαλύτερος εξ’ αυτών είναι η αυτοκτονία. Η κατάθλιψη είναι δυσβάσταχτη και τα περιστατικά των ασθενών που έχουν τερματίσει τη ζωή τους προκειμένου να απαλλαγούν από τη δυστυχία είναι πολλά. Κατ’ επέκταση, όποιος υποψιαστεί πως ο ίδιος ή κάποιος από το άμεσο περιβάλλον του έχει προσβληθεί από την «ασθένεια της εποχής μας» οφείλει να αναζητήσει άμεσα τη βοήθεια κάποιου επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Η κατάθλιψη, με τη σωστή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, που σε αρκετές περιπτώσεις περιλαμβάνει και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, συνήθως υποχωρεί μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα. Και τότε, οι προηγούμενες δυσάρεστες (ή και αυτοκτονικές) σκέψεις μοιάζουν πια αστείες, αφού το ενδιαφέρον για τη ζωή αναζωπυρώνεται.

Αρκεί να προλάβει κανείς το κακό εγκαίρως. Γιατί η κατάθλιψη είναι καταστροφική. Αν δεν τιθασευθεί, είναι ικανή να οδηγήσει σε κάθε είδους απώλειες, να εξουδετερώσει τη λογική και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, να αφαιρέσει ακόμα και την ίδια την ύπαρξη. Αλλά ακόμα κι αν ένα περιστατικό δεν είναι τόσο οξύ, η ανησυχία πρέπει να είναι η ίδια. Πρώτον, μια φαινομενικά ήπια διαταραχή μπορεί γρήγορα να επιδεινωθεί δραματικά και δεύτερον, γιατί κανείς να μη βοηθηθεί ώστε να αποκατασταθεί η καλή ποιότητα της ζωής του;

Αν κάποιος αισθάνεται πως χρειάζεται έναν ειδικό για τον εαυτό του ή για κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, αλλά δε γνωρίζει που να απευθυνθεί, μπορεί να μιλήσει στον οικογενειακό του γιατρό, να ρωτήσει στις πληροφορίες καταλόγου για τυχόν κέντρα ψυχικής υγείας κοντά στην περιοχή του, να ψάξει στο διαδίκτυο για ιδιώτες ειδικούς, να ενημερωθεί για τα εξωτερικά ιατρεία σε δημόσια νοσοκομεία με ανάλογα τμήματα και βέβαια, αν το περιστατικό είναι επείγον, να καλέσει το 166. 

Πριν φτάσει η κατάσταση σε τέτοιο σημείο, καθένας βέβαια μπορεί να καλέσει ανώνυμα και επιστευτικά τη γραμμή βοήθειας για την κατάθλιψη, στο 210-6515600, που λειτουργεί Δευτέρα έως Παρασκευή από 9πμ. μέχρι 6μμ. Η κλήση θα απαντηθεί από το προσωπικό του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής, γνωστού ως ΕΠΙΨΥ.

Όποια λύση κι αν διαλέξει κανείς, ένα πρέπει να 'χει κατά νου. Πως η κατάθλιψη δεν είναι ντροπή. Ούτε η επίσκεψη στον ψυχίατρο ή τον ψυχολόγο είναι βέβαια ντροπή. Ντροπή είναι να υποφέρει μια ψυχή και εν έτει 2011, έχοντας μία πληθώρα εναλλακτικών, κανείς να μην κάνει κάτι γι’ αυτό!


10.3.11

ο δράκος




Αθήνα, δεκαετία ’50. Στις εφημερίδες κυκλοφορεί η φωτογραφία του «δράκου», ενός διαβόητου κακοποιού. Ο Θωμάς, ένας μοναχικός, συνεσταλμένος και άκακος τραπεζικός υπάλληλος διαπιστώνει έκπληκτος την εντυπωσιακή φυσιογνωμική ομοιότητά του με τον καταζητούμενο. Άτολμος καθώς είναι, πανικοβάλλεται στην ιδέα πως θα συλληφθεί εκείνος αντί του πραγματικού ενόχου κι επιχειρεί να κρυφτεί. Γρήγορα όμως συνειδητοποιεί πως ως «δράκος» εμπνέει το φόβο αλλά και τον πολυπόθητο σεβασμό. Αποσιωπά λοιπόν την αλήθεια και βαθμιαία ταυτίζεται με το «δράκο». Εισέρχεται στον αθηναϊκό υπόκοσμο και ενσωματώνεται στον περιπετειώδη, «μπεσαλή», γοητευτικό κόσμο της νύχτας. Κάποια ώρα όμως η αλήθεια αποκαλύπτεται και κοστίζει στο Θωμά την ίδια του τη ζωή. Ο θάνατός του όμως είναι λυτρωτικός. Η ασημαντότητα της ύπαρξής του και η μιζέρια της μοναξιάς του υπήρξαν αφόρητες. Ο Θωμάς κλείνει τα μάτια ευτυχής γιατί έστω και στιγμιαία κατόρθωσε να νιώσει ισχυρός, αποδεκτός και πάνω απ’ όλα μοναδικός.

Αυτό περίπου είναι το σενάριο που έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης για τη θρυλική ταινία «ο δράκος», την οποία σκηνοθέτησε το 1956 ο Νίκος Κούνδουρος. Παρά την εισπρακτική της αποτυχία, μιας και διέφερε από τις έως τότε γνώριμες στο κοινό εμπορικές-ψυχαγωγικές προβολές, αυτή η ταινία θεωρείται ορόσημο για το εγχώριο σινεμά, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Με τον «δράκο», υποστηρίζουν οι θεωρητικοί της έβδομης τέχνης, άρχισε η εποχή του λεγόμενου νέου ελληνικού κινηματογράφου.  

Ο «δράκος» δημιουργήθηκε από τον τριαντάχρονο τότε Κούνδουρο, μετά από τη «μαγική πόλη», μια ταινία που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. 
Ο Καμπανέλλης επίσης πριν από το «δράκο» είχε τα εύσημα από τη «Στέλλα» του Κακογιάννη. Οι δύο βασικοί συντελεστές της ταινίας λοιπόν, νέοι και με ακμαίο ηθικό λόγω των πρόσφατων επιτευγμάτων τους, δε δίστασαν να παρουσιάσουν στο κινηματογραφόφιλο κοινό της εποχής έναν ακραίο, αιχμηρό συνδυασμό γερμανικού εξπρεσιονισμού, film noir και ιταλικού νεορεαλισμού. Το αποτέλεσμα; Μηδενικές εισπράξεις, αρνητικές κριτικές και επιπλέον κατηγορίες περί ανθελληνισμού από δημοσιογράφους οι οποίοι ζητούσαν την επέμβαση εισαγγελέα. Ανεξάρτητα όμως από τον άμεσο αυτό απολογισμό, στις 5 Μαρτίου του 1956, ακριβώς πενήντα πέντε χρόνια πριν, τη μέρα δηλαδή που η ταινία προβλήθηκε δημόσια για πρώτη φορά, ο «δράκος»... πέρασε στην ιστορία!

Δεν είμαι σίγουρη αν συμφωνώ με το ότι ο «δράκος» σηματοδότησε τη νέα εποχή στον ελληνικό κινηματογράφο. Πάντως, είναι μία από τις πιο σημαντικές εγχώριες παραγωγές. 
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος στον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι απλώς έξοχος.
Η μουσική του Χατζιδάκι, εξωραΐζει οποιαδήποτε ευτέλεια και θυμίζει κάθε τόσο πως η ταινία είναι ένα δράμα, ένα ψυχογράφημα, πως ανιχνεύει συναισθήματα.

Και βέβαια, η υπερχειλίζουσα θηλυκότητα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι έκτακτη. Ερμηνεύοντας τον «Ιλισσό», η νεαρή ηθοποιός συναγωνίζεται επάξια τη μεγάλη Μελίνα. Φυσικά, δεν έχει τη χροιά της ντίβας στη φωνή, άλλωστε όταν γυρίστηκε ο «δράκος» ήταν μόλις είκοσι ενός ετών. Έχει όμως άλλα προσόντα. Δροσιά, τσαχπινιά, άγουρη ομορφιά και αξιοθαύμαστες υποκριτικές ικανότητες.
Το απόσπασμα που πρόσθεσα εδώ ελάχιστα διαφωτιστικό είναι όσον αφορά την ποιότητα της ταινίας. Ήθελα όμως να δείτε αυτή την πιτσιρίκα να τραγουδά τον «Ιλισσό». Με το χέρι στην καρδιά, ποια το λέει καλύτερα;        

το απέραντο σκοτάδι του ανθρώπινου μυαλού



Πόση μαυρίλα, Θεέ μου, υπομένει ένας άνθρωπος αν τύχει να είναι διαφορετικός από τη μάζα!

Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας βέβαια, αλλά λίγο παρακάτω θα μιλήσω πιο συγκεκριμένα. Για όποιον έχει μία «τερατώδη» διαφορά, αν ας πούμε το χρώμα της επιδερμίδας του είναι αλλιώτικο από το επιθυμητό, ή έχει κάποια αναπηρία ή δυσμορφία... η ζωή είναι σχεδόν εφιαλτική. Οι γονείς καταριούνται τη μοίρα τους, τα παιδιά στο σχολείο κοροϊδεύουν ή βιαιοπραγούν (τα μικρά, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, είναι κατά βάσει άσπλαχνα πλάσματα) κι έπειτα, στην ενήλικη ζωή, το στίγμα της διαφορετικότητας... θριαμβεύει! 
Ο «διαφορετικός» περιθωριοποιείται μεθοδικά, με αμέτρητους τρόπους. Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο σε χώρες σαν τη δική μας, τύποις ευρωπαϊκές, αλλά ακόμα και σε κάποια απ’ τα προηγμένα δυτικά κράτη.  

Έτσι έχει η κατάσταση, δυστυχώς. Τον «διαφορετικό» είναι σαν να τον φοβάται το σύνολο και προσπαθεί να τον εξοστρακίσει. 
Ο Καιάδας, η Ku Klux Klan, οι εξορκισμοί κι όλες οι άλλες επινοήσεις που συνθέτουν αυτό που ονομάζεται «ρατσισμός», λυπάμαι που το λέω αλλά, δεν εξαντλήθηκαν κατά το παρελθόν. Δύο είναι τα τινά για εκείνον που διαφέρει: να εξομοιωθεί ή αν αυτό δεν είναι εφικτό... να εξοντωθεί!

Εδώ ας μου επιτραπεί μια παρένθεση, ψυχαναλυτικού τύπου. 
Αυτό που θέλω να πω είναι πως η διαφοροποίηση είναι έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη. Τι προσπαθεί, για παράδειγμα, να πετύχει ο έφηβος και κάνει ένα σωρό αλλοκοτιές με την εμφάνισή του, αν όχι να δηλώσει πως διαφέρει απ' τους υπόλοιπους; Και βέβαια, ο έφηβος συνήθως σέβεται κάθε τι το διαφορετικό. Αργότερα μόνο, όταν ο ίδιος είναι πια ένας αλλοτριωμένος ενήλικας που υπηρετεί με ευλάβεια το κατεστημένο, όταν μέσα του έχουν πολτοποιηθεί τα ιδανικά κι οι αξίες, όταν έχουν πεθάνει προ πολλού τα όνειρα, οι μεγάλες ιδέες, οι προσδοκίες, οι οραματισμοί και η ευρυγώνια σκέψη της νιότης, τότε πια ο άνθρωπος μάχεται το διαφορετικό με λύσσα! Γιατί; Γιατί πολύ απλά, ο ίδιος δε διαφέρει σε τίποτα, είναι ένα με το πλήθος. Προσπάθησε να διαφοροποιηθεί, αλλά απέτυχε παταγωδώς. Και μισεί θανάσιμα ό,τι εξαιρείται απ' τον κανόνα, γιατί του θυμίζει τη δική του προσωπική ήττα. Γι' αυτό. Ο ρατσιστής φυσικά έχει κι άλλους λόγους που είναι ό,τι είναι. Ένας απ΄ αυτούς λέγεται "κοινωνικός αποκλεισμός". Αλλά αυτό είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Ίσως μια επόμενη φορά... 

Θα ξαναγυρίσω λοιπόν στο θέμα της διαφορετικότητας από τη σκοπιά που ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενο και θα ρωτήσω: νομίζετε πως τα παρουσιάζω κάπως τραγικά τα πράγματα; Καθόλου, σας βεβαιώ. 
Και για να το αποδείξω, θα πω δυο λόγια για μία ανεπαίσθητη διαφορετικότητα: την τύχη του να γεννηθεί κανείς αριστερόχειρας. Γιατί τύχη είναι, όπως κάθε φαινομενική ατυχία, άλλωστε.

Ας δούμε όμως το συγκεκριμένο «κουσούρι» από την επιστημονική του πλευρά. Ο εγκέφαλος, ως γνωστόν, διαιρείται σε δύο τμήματα, το δεξί και το αριστερό ημισφαίριο. Καθένα από τα δύο ημισφαίρια είναι υπεύθυνο για διαφορετικές λειτουργίες του σώματος και για άλλες αντιληπτικές ικανότητες. Επίσης, κάθε ημισφαίριο ελέγχει την αντίθετη πλευρά του σώματος, «χιαστί» δηλαδή, που σημαίνει πως το δεξί δέχεται ερεθίσματα και ταυτόχρονα ελέγχει τις κινήσεις της αριστερής πλευράς του κορμιού. Ομοίως, το αριστερό λαμβάνει και στέλνει πληροφορίες στο δεξί τμήμα του σώματος.

Ως προς την αντίληψη, στο αριστερό ημισφαίριο πραγματοποιούνται κυρίως οι λεκτικές, αναλυτικές και λογικές νοητικές διεργασίες. Από εκεί ορίζονται η ομιλία, η γραφή, η αντίληψη του λόγου και του χρόνου, η λεκτική μνήμη και η αναλυτική σκέψη. Στο αριστερό ημισφαίριο εκτελούνται οι διαδικασίες που σχετίζονται με τα μαθηματικά και τη γραμματική καθώς επίσης και με την ελεγχόμενη συμπεριφορά. Με λίγα λόγια, το αριστερό ημισφαίριο είναι το «λογικό» τμήμα του εγκεφάλου.

Το δεξί ημισφαίριο, αντίθετα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το «συναισθηματικό». Δεν είναι υπεύθυνο μόνο για την προσοχή, τη διάκριση ανάμεσα σε πολύπλοκους ακουστικούς τόνους, την οπτική αντίληψη του χώρου, την κατανόηση κάθε μεταφορικής έννοιας, τη συσχέτιση και τη σύνθεση των λεγομένων, τη μελωδία του λόγου, τη λεκτική και εξωλεκτική επικοινωνία και την οπτική μνήμη. 
Το δεξί ημισφαίριο είναι επίσης υπεύθυνο για το χιούμορ, την παρορμητική συμπεριφορά, τα αισθήματα, τις συγκινήσεις, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και την καλλιτεχνική έκφραση.

Τώρα, που οφείλεται το ότι κάποιοι εξ ημών χρησιμοποιούν το αριστερό χέρι τους για να γράψουν, η επιστήμη δεν το γνωρίζει. 
Η επιστήμη κακώς πιστεύουμε πως τα γνωρίζει όλα. Ελάχιστα γνωρίζει. Και για συγκεκριμένα ζητήματα δε γνωρίζει σχεδόν τίποτα. Οι σκιτζήδες της επιστήμης μόνο διατείνονται πως είναι πολύξεροι. Οι σοβαροί επιστήμονες λένε συχνά και άφοβα «δεν ξέρω». 
Για το θέμα της αριστεροχειρίας η επιστήμη υποθέτει πως υπάρχει γονιδιακό αίτιο, αλλά και πάλι αυτό δεν αποτελεί εξήγηση του φαινομένου. Άρα, δεν ξέρουμε γιατί, πάντως κάποιοι γεννιούνται αριστερόχειρες.

Όταν όμως ένας άνθρωπος γράφει με το αριστερό του χέρι, ακριβώς επειδή η δραστηριότητά του καθορίζεται από το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου του, εκείνος δεν κινείται από τη λογική τόσο, όσο απ’ το συναίσθημα. Η γραφή του δεν είναι το ίδιο "ελεγχόμενη", γράφει δημιουργικά, ευφάνταστα. Αποτυπώνει στο χαρτί περισσότερο αυτά που νιώθει και λιγότερο όσα σκέφτεται. Είναι σε καλύτερη επικοινωνία με τον εσώτερο εαυτό του. Γράφοντας, λειτουργεί κυρίως με τη συναισθηματική νοημοσύνη του, που αν και καθυστερημένα πλέον αναγνωρίζεται ως τουλάχιστον ισάξια της διανοητικής νοημοσύνης.

Δυστυχώς, κάποιοι εξακολουθούν να παραμένουν προσκολλημένοι στις εγκληματικές ανοησίες της συμβατικής εκπαίδευσης που θέτει υπεράνω όλων τον ορθολογισμό. Δεν είναι σπάνια τα περιστατικά γονιών που προσπαθούν, ακόμα και στις μέρες μας, να επαναφέρουν το λιλιπούτειο αριστερόχειρα στο «σωστό» δρόμο. Παιδάκια με αυτό το «πρόβλημα» ενίοτε φτάνουν σε γραφεία παιδοψυχολόγων, γιατί οι ανάστατοι γονείς ψάχνουν εναγωνίως τη «λύση». Ας μην αναφερθώ καλύτερα στις περιπτώσεις που ασκείται βία στο παιδί για να αποβάλλει την «κακή» αυτή συνήθεια. Ή σε κάποιους απαίδευτους δασκάλους που θεωρούν πως ευεργετούν το μαθητή τους αν τυχόν του πάρουν χαμογελώντας το μολύβι απ’ το ένα χέρι και το τοποθετήσουν ευγενικά στο άλλο.   

Αν λοιπόν είστε δεξιόχειρες αλλά το παιδάκι σας πιάνει το μολύβι του με το αριστερό χέρι, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να μεριμνήσετε ώστε να διευκολυνθεί η καθημερινότητά του. 
Γιατί ο άδικος αυτός κόσμος, εκτός των άλλων, είναι και κατ' αποκλειστικότητα δεξιόστροφος. 
Στο εμπόριο ευτυχώς υπάρχει πια μια μεγάλη ποικιλία από αντικείμενα ειδικά σχεδιασμένα για αριστερόχειρες.
Ξύστρες, ψαλίδια, στυλό, χάρακες κι ό,τι άλλο βάζει ο νους σας είναι μεν κάπως πιο ακριβά από τα συνήθη, μπορούν όμως να βοηθήσουν το μικρό σας αριστερόχειρα να απολαύσει και να εξελίξει τη διαφορετικότητά του. Για αρχή, τα κατάλληλα κατασκευασμένα αυτά αντικείμενα, μαζί με τη δική σας εγκάρδια ενθάρρυνση, αρκούν.

9.3.11

ο δικός μου Δον Κιχώτης




Αργόσχολε αναγνώστη,
δεν μπόρεσα να πάω αντίθετα με την τάξη της φύσης, σύμφωνα με την οποία κάθε πράγμα γεννά το όμοιό του. Κι έτσι, τι θα μπορούσε να γεννήσει το στείρο και ανεπαρκώς καλλιεργημένο πνεύμα μου, αν όχι την ιστορία ενός παιδιού στεγνού, μαραμένου, φαντασιόπληκτου, γεμάτου από ποικίλες σκέψεις που κανείς ποτέ δε φαντάστηκε;

Αυτά τα λόγια βέβαια δεν είναι δικά μου.
Τα 'γραψε ο Θερβάντες πριν από τετρακόσια έξι χρόνια στον πρόλογο του βιβλίου που έμελλε να απασχολήσει την ανθρωπότητα για αιώνες ολόκληρους.
Γιατί, με τον Δον Κιχώτη έχει ασχοληθεί λίγο-πολύ ολόκληρος ο κόσμος!
Την ιστορία του άκακου αυτού ονειροπόλου την έχουμε διαβάσει, την έχουμε δει στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, σε ταινίες, σε cartoon, στο θέατρο, στην όπερα, σε πίνακες ζωγραφικής, σε γλυπτά...  

Γιατί τόσος σαματάς γι’ αυτόν τον τύπο ε;
Γιατί στη μορφή του Δον Κιχώτη συνοψίζεται η ανθρώπινη αγωνία, η αιώνια διαμάχη φαντασίας και λογικής.
Όλοι ταυτιζόμαστε με το πρόσωπο αυτό που αποτελεί το σύμβολο της (προσωπικής ή συλλογικής) αυταπάτης.   
Ο λατρεμένος ήρωας του Θερβάντες ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό και γι αυτό προκαλεί τόσο το γέλιο όσο και τη συγκίνηση.
Ο Δον Κιχώτης, άλλωστε, είναι ένας χαρακτήρας αλληγορικός και αντισυμβατικός, μια φιγούρα πολλαπλών προσεγγίσεων και ερμηνειών.
Κάνοντας ό,τι κατεβάζει η κούτρα του ο Ισπανός ιππότης, μας διδάσκει τη γενναιότητα, την αρετή, τον οραματισμό, τα υψηλά φρονήματα, τον ανθρωπισμό και βέβαια την ουσία της αποτυχίας.  
Όχι την τραγική διάσταση της αποτυχίας, τουλάχιστον όχι μόνο αυτή.
Για τον Δον Κιχώτη, η αποτυχία δεν είναι κατάληξη, αντίθετα είναι κυρίως το εφαλτήριο, το σημείο εκκίνησης.

Πριν χρόνια, μια εποχή που είχα καταπιαστεί ενθουσιασμένη με τις εφαρμοσμένες τέχνες, έτυχε λίγο πριν τα Χριστούγεννα να σπάσω το δεξί μου χέρι. Άσχημα! Ήταν βέβαια αδύνατο να κρατήσω μολύβι με το δεξί χέρι. Κι επειδή δυστυχώς όλη η αριστερή μου πλευρά υστερεί, ουδέποτε κατόρθωσα να γράψω με το αριστερό χέρι, παρότι τότε το είχα προσπαθήσει επίμονα. Δε μπόρεσα να γράψω, μπόρεσα όμως να σκιτσάρω! Πρόχειρα σκίτσα βέβαια, χωρίς σβησίματα. Όχι σχέδια, απλές μονοκονδυλιές. Που όμως έχουν ενδιαφέρον. Εμένα δηλαδή μ’ αρέσουν. Το πρώτο απ’ αυτά είναι το σκίτσο του Δον Κιχώτη που είδατε λίγο πιο πάνω. Θυμάμαι, άρχισα από την καρδιά και συνεχίζοντας προς τα έξω με μολύβι άλλου χρώματος σχημάτισα κάποια στιγμή ολόκληρο το σώμα του.

Ήταν νύχτα πρωτοχρονιάς. Μόλις είχε γυρίσει ο χρόνος κι ήμουν ολομόναχη. Εγώ κι ο γύψος. Όλοι έλειπαν για τις γιορτές. Και μ’ είχε πάρει το παράπονο. Κάποια ώρα είπα στον εαυτό μου: «κοίτα ’δω, σταμάτα την κλάψα, πάρε ένα μολύβι κι ένα χαρτί και ζωγράφισε! ο άλλος ζωγραφίζει με το στόμα, εσύ μ' ένα χέρι δε μπορείς;».
Λίγη ώρα αργότερα στεκόμουν απέναντι απ’ τη ζωγραφιά μου και χαμογελούσα.
Τα ’χα καταφέρει!
Φαντάζομαι μπορείτε να διακρίνετε το τρέμουλο στις γραμμές. Δεν είναι κάποιο είδος τεχνικής, ούτε καμία επιτήδευση. Απλώς το αριστερό μου χέρι είναι απειθάρχητο, με υπακούει ελάχιστα. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη τη νύχτα αυτό το ανίκανο χέρι κατάφερε και μ’ έβγαλε απ' τη θλίψη.
Σιγά τα ωά, θα μου πείτε.
Το λες σαν να μπήκες στο βιβλίο Guinness.
Δεν έχει σημασία αν και τι κέρδισα, παρότι μετά απ’ αυτή την «επιτυχία» κέρδισα και σε πρακτικό επίπεδο. Ούτε έχει σημασία αν αυτό το σκίτσο είναι καλό ή κακό ή μέτριο ή αδιάφορο ή πρωτόγονο, ή άσχημο ή οτιδήποτε άλλο.
Σημασία έχει πως ένα "τσικ" πιο 'κει στη σκέψη μ’ έβγαλε εκείνη τη νύχτα από το βούρκο της αυτολύπησης και μου ’φερε χαρά και ικανοποίηση.     
Ο Δον Κιχώτης προσωπικά εμένα μου ’χει διδάξει πολλά. Κι ένα απ’ αυτά που του χρωστάω είναι πως μου ’μαθε με εκείνο ’κεί το σκιτσάκι πως, ανεξάρτητα απ' το τι λέει η πλανεύτρα λογική, μπορεί κανείς να κάνει οτιδήποτε αρκεί να πιστέψει πως μπορεί.
Δεν είναι δύσκολο. Είναι μoνάχα ένα "τσικ" πιο 'κει.