23.6.13

Κατερίνα, στρώσου να μας κάνεις καμιά δουλειά!


φωτο: Σπύρος Στάβερης
Στ’ όνειρό μου απόψε
τον καλούσα με τ’ όνομά του
του μιλούσα στον ενικό
με μια οικειότητα που ποτέ
δε μου είχε επιτρέψει ως τότε.
Αχ εσύ, του ’λεγα
και την ποιητική άδεια του ζητούσα
ν’ αποσυρθεί ο νους μου
απ’ τα εγκόσμια κάλλη του συνομιλητή μου
ν’ αδειάσει το κεφάλι μου
από εικόνες που περιέχουνε αφές
φωνές όλο γεύσεις από χείλια πατικωμένα με νύχτα.
Να ’μαι στη σκέψη αγνή, αγνή παραμιλούσα
να μη θέλω τίποτα έξω από σένα.

Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες
σκέφτηκα μες στη λογική του ύπνου
τώρα που ερωτεύτηκα τον Θάνατο.


«προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες»
από τη συλλογή «ωραία έρημος η σάρκα»
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
εκδ. Καστανιώτη, 1995
σελ. 51


Κοντεύει πια εβδομήντα πέντε ετών. Αν επρόκειτο για κάποια άλλη κυρία, μάλλον θα απέφευγα να αποκαλύψω την ηλικία της. Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ όμως είμαι βέβαιη πως δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με τα χρόνια της. Άλλωστε, παρότι γέννημα θρέμμα Εξαρχειώτισσα, τότε που τα Εξάρχεια ήταν ακόμα «μια πολύ συμπαθητική γειτονιά, δίχως την κολωνακιώτικη υπεροψία που παραμόνευε λίγα στενά παραπάνω», είναι μια κοσμοπολίτισσα.

Είχε την τύχη να γεννηθεί από γονείς που δεν ενέκριναν τις μικροαστικές αντιλήψεις. Γι αυτό κι ακόμα ζει όπως της έμαθε ο πατέρας της, στο νοίκι, απαλλαγμένη από τα μίζερα δεσμά της ιδιοκτησίας. Ίσως στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της να έπαιξε κάποιο ρόλο το ότι πνευματικός της πατέρας ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Εκείνος της έδωσε το χρίσμα όταν ήτανε μωρό, ο νονός της ήταν και που διέκρινε, μικρούλα ακόμα, το ταλέντο της και την παρότρυνε ν’ ασχοληθεί εντατικά με την ποίηση.

Έτσι κι έγινε. Και η αναγνώριση βέβαια δεν άργησε να ’ρθει. Είκοσι τριών ετών κέρδισε το πρώτο της βραβείο, στη Γενεύη. Ακολούθησαν κι άλλες βραβεύσεις, ενώ το 1985 τιμήθηκε και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Δεν ασχολήθηκε όμως μόνο με την ποίηση. Όπως λέει η ίδια, «από την ποίηση δεν βιοπορίζεται κανείς». Έγραψε φυσικά δεκάδες άρθρα και δοκίμια, τα προς το ζην όμως, τα εξασφάλιζε από τις μεταφράσεις που αναλάμβανε μέχρι πολύ πρόσφατα. 

Αυτή η δουλειά της άρεσε, της ταίριαζε, τη γέμιζε ικανοποίηση. Προφανώς, δεν έγινε πλούσια μεταφράζοντας κείμενα, έτσι κι αλλιώς όμως δεν είχε τέτοιες βλέψεις. Τον Γενάρη διάβασα μια συνέντευξή της δημοσιευμένη στην εφημερίδα LIFO, όπου εξηγούσε πως σιχαίνεται το χρήμα, κυρίως γιατί την αηδιάζει η νοοτροπία που προϋποθέτει η απόκτησή του. Και πως σαν κοπέλα, τα διαβάσματα και τα γραπτά της, την ενδιέφεραν πιο πολύ από τα λούσα. Την ενδιέφεραν εξίσου πολύ με τον έρωτα.

Είναι μια γυναίκα που έζησε μ’ ένα σωρό προβλήματα υγείας, εξαιτίας του σταφυλόκοκκου που πέρασε μικρή, επίσης όμως είναι μια γυναίκα πάρα πολύ τυχερή. Ακόμα κι η αρρώστια της υπήρξε ένα είδος ευλογίας. Γιατί χωρίς αυτήν ίσως και να μην είχε γίνει η μεγάλη ποιήτρια που όλοι ξέρουμε. Όπως εκείνη έχει πει: «το ποίημα πρέπει να έχει κάποια πληγή για να ακουμπήσει, πληγή ψυχική ή σωματική».  Και όντας ποιήτρια, έζησε, όπως ελάχιστοι αξιώνονται, με τους δικούς της όρους, χωρίς να την υποχρεώνουν οι Νόμοι των πολλών.

Αλλά και πέραν αυτού, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ευλογήθηκε και ως γυναίκα. Στα είκοσι τέσσερά της γνώρισε σ’ ένα ταβερνάκι κάτω απ’ την Ακρόπολη τον φιλόλογο Ρόντνεϊ Ρουκ, ερωτεύτηκαν σφοδρά, παντρεύτηκαν μετά από μόλις δυο βδομάδες κι έμειναν μαζί αλλά ελεύθεροι, ανεξάρτητοι όσο κι αγαπημένοι, μέχρι που τους χώρισε ο θάνατός του, πριν από έξι χρόνια.

Ο σύντροφός της, προφανώς ήταν εξίσου καλλιεργημένος κι ανοιχτόμυαλος μ’ εκείνη. Και τα σαράντα τέσσερα χρόνια του γάμου τους, ακόμα και μετά τον πρώτο τρελό έρωτά τους, κύλησαν όμορφα και για τους δύο, γεμάτα από ταξίδια, διανόηση, ουσιαστικές συζητήσεις, αμοιβαία εκτίμηση, σεβασμό, αγάπη κι ελευθερία.

Παιδιά βέβαια δεν απέκτησαν. Μπορούσαν, αλλά δεν ήθελαν. Οι άνθρωποι ξέρω πως παραξενεύονται όταν ακούν για ζευγάρια που παντρεύονται χωρίς να επιθυμούν να φέρουν παιδιά στον κόσμο. Οπότε, ας αφήσω την ίδια να εξηγήσει πως πολύ απλά μερικοί άνθρωποι δεν είναι πλασμένοι για να κάνουν παιδιά και πως αυτοί, αν κάνουν, το μόνο που καταφέρνουν τελικά είναι να πληγώσουν και να πληγωθούν ανεπανόρθωτα: 

«Δεν ήμασταν εμείς για παιδιά. Δεν υπάρχει καμιά υψηλά ιστάμενη μεταφυσική αλήθεια. Υπάρχει μόνο η προσωπική αλήθεια που καθένας τη βρίσκει στο τέλος μόνος του, δεν μπορεί να του την εμφυσήσει κανείς. Και τι πιο αληθινό από έναν τρόπο ζωής τέτοιο, ώστε να καταφέρνεις να μην πληγώνεις και να μην πληγώνεσαι;» 

Δεν της επιβλήθηκε τίποτα άρα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Κι αυτό είναι κάτι για το οποίο θα μπορούσε κανείς να τη ζηλέψει ίσως περισσότερο ακόμα κι απ’ αυτό το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της. Είναι ένα ελεύθερο πλάσμα, με τους δικούς του κανόνες. Τελευταίως βέβαια ταλαιπωρείται πολύ. Δε μπορεί πλέον να βγει απ’ το σπίτι, ούτε να δουλέψει  τις μεταφράσεις της άλλο πια. Κι αυτά τα δύο τη γεμίζουν θλίψη.

Πάντοτε όμως μπορεί να μας χαρίσει λίγη ακόμα από την ποίησή της. Προσωπικά, περιμένω πως και πως την καινούργια της δουλειά. Στην τόση ασχήμια, η ευθύνη πέφτει βαριά στις πλάτες των ποιητών. Η ίδια άλλωστε, πρώτη έχει πει πως «πρέπει να αναζητήσουμε ξανά την ελπίδα, μια ελπίδα που περιπλανιέται δεξιά-αριστερά άστεγη, άνεργη, αποπροσανατολισμένη, να τη στεγάσουμε εντός μας και να τη βάλουμε να μας κάνει καμιά δουλειά».