8.3.11

Μόνικα, χρόνια σου πολλά!

"pie face", λάδι σε λινό, 48 x 40 cm

Σήμερα γιορτάζουν οι γυναίκες. Όλες οι γυναίκες, ε; 
Όχι, να το διευκρινίσουμε. 
Σκέφτηκα λοιπόν κι εγώ να πω δυο λόγια σχετικά.
Όχι για τη γιορτή, αυτή καθ’ εαυτή. Τσου.
Βασικά, θέλησα να εκφράσω την αγανάκτησή μου γιατί λόγω της ημέρας διάβασα σήμερα στο διαδίκτυο εφτά (μάλιστα, εφτά!) διαφορετικές δημοσιεύσεις-ύμνους στη Monica Bellucci.

Τι πάθατε ρε παιδιά όλοι οι Έλληνες; Ντάξει, ωραία γυναίκα η Μπελούτσι, δεν αντιλέγω. Καλλονή! Είναι το άκρον άωτον της θηλυκότητας και του αισθησιασμού. Αλλά δεν είναι δυνατόν να μονοπωλεί τις φαντασιώσεις σας κύριοι!
Ξέρω ’γω, εμένα αν μου άρεσε κάποιος που άρεσε ταυτόχρονα και σ’ όλες τις υπόλοιπες γυναίκες του πλανήτη... θα ψιλοξενέρωνα, να πω την αλήθεια.
Έτσι, χάνει το πράγμα τη μοναδικότητά του.
Τέλος πάντων, δικό του θέμα του καθενός να σκέφτεται πριν κοιμηθεί όποια θέλει. 
Αλλά το λέω, σήμερα απηύδησα μ’ αυτή την επανάληψη και την τόση ομοιομορφία στα γούστα. Λίγο από πολτοποίηση μου έκανε όλο αυτό.
Δε μ’ άρεσε. Πα πα πα, καθόλου δε μ’ άρεσε.  

Διάλεξα λοιπόν αυτόν τον πίνακα της Αμερικανίδας ζωγράφου Lisa Yuskavage (γεν. 1962) που πολύ συχνά πραγματεύεται στα έργα της τη γυναικεία φύση.
Τον διάλεξα γιατί πολύ απλά τον βρίσκω έξοχο!
Αυτή η πιτσιρίκα που στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο προφανώς παίζει με το φιλαράκο της είναι μια καλοσχηματισμένη, χυμώδης, εκκολαπτόμενη γυναίκα με όλη την προστυχιά κι όλο το νάζι που περιμένει κανείς από ένα θηλυκό.
Και είναι εκατό τοις εκατό γυναίκα, όχι επειδή διαθέτει πλούσια στήθη και γνήσια γυναικείες καμπύλες, αλλά επειδή μετά που της πέταξε το αρσενικό μια πίτα στη μούρη (εδώ εννοείται πως υπάρχει σαφές σεξουαλικό υπονοούμενο) εκείνη όχι μόνο δε διαμαρτύρεται, αλλά ποζάρει κιόλας πρόθυμα, σε μια στάση που υποδηλώνει συστολή αναμεμειγμένη με αθωότητα, ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύει με περηφάνια τα θέλγητρά της.      

Αυτή είναι η γυναίκα, ένα πλάσμα που άκρη μαζί του δε βγάζεις εύκολα. Και ο λόγος που δε βγάζεις μαζί της άκρη δε σχετίζεται με την ανατομία της, αλλά με το ότι από αρχαιοτάτων χρόνων η γυναίκα είναι αναγκασμένη να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της στην ανδρική βούληση. Γιατί; Τι γιατί βρε; Γιατί οι άντρες είναι πιο δυνατοί, από κάθε άποψη. Έτσι, προκειμένου να επιβιώσει, η γυναίκα ανέπτυξε με τα χρόνια δεξιότητες μάλλον άγνωστες στο αντρικό φύλο. Ελίσσεται, συνδυάζει, υποκρίνεται, ανέχεται, υπόσχεται, παραπλανά, συχνά καταπνίγει τα «θέλω» της, υπακούει, υποχωρεί, υπομένει, επιμένει, διυλίζει τον κώνωπα... ένα σωρό πράματα. Που τα διδάχθηκε επισταμένως, δεν τα διάλεξε αυθόρμητα επειδή αυτά της ταίριαζαν.     

Όλα αυτά τα προσόντα πιθανώς η κοπελιά της ελαιογραφίας μας τα διαθέτει. Επιπλέον, η συγκεκριμένη γυναίκα είναι μια λολίτα που χαίρεται τη φύση της και τη ζωή, χωρίς το φόβο που αιώνες τώρα βαραίνει τη γυναίκα και που αποτυπώνεται πολύ οικονομικά στην έκφραση «η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται».

Αυτή τη γυναίκα διαλέγω εγώ λοιπόν για τη σημερινή επέτειο. 
Χρόνια μας πολλά!

google doodles



Mai Dao Ngoc, 17 ετών, νικητής του διαγωνισμού της Google
για το doodle του EURO 2008


Για μένα που ξοδεύω σχεδόν τη μισή ζωή μου στο διαδίκτυο, το google δεν είναι μια απλή μηχανή αναζήτησης, είναι το υπέρτατο εργαλείο, ένας λατρεμένος τόπος!

Και τα τελευταία χρόνια έχω συνηθίσει να βλέπω συχνά το λογότυπο google στην εισαγωγική σελίδα παραλλαγμένο έτσι ώστε να μου θυμίσει κάθε φορά κάποια σημαντική ημερομηνία, επέτειο, αξιομνημόνευτη περίσταση κτλ.
Όποτε βλέπω κάποιο νέο look, χαμογελάω. Μ’ αρέσει που υπάρχει αυτό το διεθνές, ευφάνταστο εορτολόγιο, το απολαμβάνω.

Συνήθως, η σημασία του γραφικού είναι προφανής. Άλλοτε όμως σπαζοκεφαλιάζω για να βρω το νόημα πίσω απ’ την αμφίεση της ημέρας.
Όταν, για παράδειγμα, στις 8 Φεβρουαρίου άνοιξα τον υπολογιστή και είδα το λογότυπο google ζωγραφισμένο σαν υποβρύχιο, απ’ όπου φαινόταν ο βυθός... έπρεπε βέβαια να μαντέψω πως ήταν τα γενέθλια του Ιουλίου Βερν (αν δεις ένα doodle αλλά δεν καταλαβαίνεις που αναφέρεται, μην ταλαιπωρείσαι, απλώς οδήγησε τον κέρσορα πάνω του και θα τα μάθεις όλα).
Ή πέρσι, στις 14 Ιανουαρίου που η λέξη «google» ήταν σχηματισμένη από χαρταετούς, ο λόγος ήταν πως η μέρα εκείνη συνέπεφτε με το ετήσιο φεστιβάλ χαρταετών στην Ινδία.

Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά!
Το google, κόντρα στη διαφημιστική θεωρία που λέει πως ένα λογότυπο απαγορεύεται ρητά να αλλάζει εμφάνιση, τροποποιεί άφοβα την όψη του (η δύναμη του πρώτου, βλέπεις!), γιορτάζοντας οτιδήποτε θεωρείται γιορτή, σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο: την αμερικανική μέρα της ανεξαρτησίας, τους ολυμπιακούς αγώνες, τις απόκριες, τα βραβεία Νόμπελ, την παγκόσμια μέρα της γης... οτιδήποτε.
Και μάλιστα, η google διατηρεί μια ανοιχτή πρόσκληση προς όλους.
Στη διεύθυνση proposals@google.com μπορεί οποιοσδήποτε να στείλει την πρότασή του για μια ακόμα γιορτή και η google υπόσχεται να τη λάβει σοβαρά υπόψη.  
Στην ίδια διεύθυνση μπορεί κανείς να υποβάλλει το σχέδιό του για κάποιο νέο doodle. Η google διεξάγει συχνά τέτοιου είδους διαγωνισμούς.
Στη φωτογραφία, ποζάρει χαρούμενος ο δεκαεπτάχρονος Mai Dao Ngoc, που βραβεύτηκε από τη google το 2008 για το logo που σχεδίασε με αφορμή το EURO, το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.

Η χρωματιστή αυτή ιστορία ξεκίνησε εντατικά την πρωτοχρονιά της νέας χιλιετίας. Τη νύχτα εκείνη η google στόλισε το logo της μ’ ένα καπελάκι party και σερπαντίνες κι ευχήθηκε σε όλους «καλή νέα χρονιά». Βέβαια, ήδη από τον Αύγουστο του 1998 είχαν δημοσιευτεί 11 ακόμα doodles. Μέσα στο 2000 όμως, η google δημοσίευσε 33 διαφορετικά doodles, όπως ονομάζονται τα ειδικά αυτά τροποποιημένα λογότυπα. Κι από τη χρονιά εκείνη τα doodles καθιερώθηκαν.

Πίσω από κάθε ωραία ιδέα, βέβαια, βρίσκεται πάντα ένας έξυπνος άνθρωπος. Στην προκειμένη περίπτωση δύο, οι Larry Page και Sergey Brin, συνιδρυτές της google. Αυτός όμως που δίνει πνοή στα doodles είναι ο Ασιάτης Dennis Hwang. Έτσι ονομάζεται ο webmaster της google, που έχει σπουδάσει υπολογιστές και τέχνη και ο οποίος ηγείται ενός επιτελείου ταλαντούχων γραφιστών που ασχολούνται με τη δημιουργία των doodles.      

Από το millennium μέχρι σήμερα έχουν αναρτηθεί 1.026 doodles στο google. Για να καταλάβετε πόσο δημοφιλής είναι πια αυτή η «πινελιά», θα πω πως ενώ το 2001 δημοσιεύτηκαν συνολικά 22 doodles, πέρσι δηλαδή το 2010 βγήκαν «στον αέρα» 271 διαφορετικά γραφικά, που βέβαια τα απόλαυσαν εκατομμύρια μάτια ανά τον κόσμο.

Μέχρι το επόμενο doodle, λοιπόν, που –γιατί όχι;– μπορεί να ’ναι φτιαγμένο απ’ τα χεράκια σου, ας δούμε ξανά μερικά από τα ήδη δημοσιευμένα:

30.08.98 - Burning Man Festival (τρελό αμερικάνικο event) / αυτό είναι μάλλον το πρώτο doodle που δημοσιεύτηκε

10.11.09 - 40η επέτειος της θρυλικής παιδικής σειράς "Sesame Street"

13.08.04 - τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα 

16.10.10 - γενέθλια του μεγάλου Αιγύπτιου λογοτέχνη Ahmad Shawqi

04.06.06 - γραφή Braille (ειδικό σύστημα για τους τυφλούς)

06.07.10 - γενέθλια της διάσημης μεξικανής ζωγράφου Frida Kahlo

31.11.08 - halloween

08.03.05 - παγκόσμια ημέρα της γυναίκας

08.02.11 - γενέθλια του Ιουλίου Βερν

14.01.10 - Ινδικό, ετήσιο φεστιβάλ χαρταετού

21.05.10 - 30η επέτειος του πολυαγαπημένου μας pac-man

01.03.11 - πρώτη μέρα της άνοιξης (Ρουμανία, Μολδαβία, Βουλγαρία)

08.11.10 - ημέρα ανακάλυψης των ακτίνων Χ

panopticon


πανοπτική φυλακή στην Κούβα, χωρητικότητας 6.000 κρατουμένων
χτίστηκε το 1926, εδώ φυλακίστηκε και ο Fidel Castro 

Το «panopticon» είναι μοντέλο φυλακής που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1791.
Επινοητής του ήταν ο Άγγλος φιλόσοφος-κοινωνιολόγος Jeremy Bentham, ο οποίος το σχεδίασε το 1785, με γνώμονα τη μέγιστη εφικτή και όσο το δυνατόν πιο εύκολη επιτήρηση των κρατούμενων. Στην περίπτωση αυτής της φυλακής, πανοπτισμός σημαίνει πως έναντι όλων των κρατούμενων (pan-), υπάρχει ένας παρατηρητής (-opticon).

Αν οι τρόφιμοι μιας φυλακής δε γνωρίζουν πότε τους παρατηρούν και πότε όχι, οπωσδήποτε νιώθουν ανίσχυροι, εκτεθειμένοι σε μια αόρατη παντοδυναμία. Άλλωστε, ο ίδιος ο Μπένθαμ -που ξεσήκωσε την ιδέα αυτή από ένα σχέδιο εύκολης εποπτείας μιας στρατιωτικής σχολής του Παρισιού- περιέγραψε το δημιούργημά του ως «ένα νέο τρόπο εγκεφαλικού ελέγχου, σε βαθμό τέτοιο που αντίστοιχο παράδειγμα δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής».

Το panopticon προοριζόταν να είναι μια φυλακή φθηνότερη από τις υπόλοιπες της εποχής, μιας και απαιτούσε λιγότερο προσωπικό. Όπως είχε γράψει o ίδιος ο σχεδιαστής του «οι κρατούμενοι δεν θα μπορούν να δουν τους φύλακες άρα οι δεύτεροι δε θα χρειάζεται να είναι συνεχώς εν ώρα καθήκοντος, αφήνοντας έτσι την επιτήρηση στους ίδιους τους επιτηρούμενους.». Με αυτό το σκεπτικό, οι φύλακες, στη διάρκεια του ωραρίου τους, θα μπορούσαν να απασχολούνται σε αργαλειούς, νερόμυλους κτλ, αυξάνοντας έτσι τα έσοδα της φυλακής.

Πέρα από τα πρακτικά ζητήματα που εξυπηρετεί, ο σχεδιασμός αυτού του κτιρίου βρίθει συμβολισμών. Το δακτυλιοειδές του σχήμα δημιουργεί κατά μία έννοια την αίσθηση του ατελούς. Μιας αδιάκοπης συνέχειας, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Μεταφορικά, αυτή η διάταξη αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των κρατουμένων της φυλακής, σαν το οικοδόμημα να στέκει υπενθυμίζοντάς τους πως είναι αδύνατο να ξεφύγουν από την κατάσταση του εγκλεισμού. 

Επιπλέον, η περίκλειστη αρχιτεκτονική με το στεγασμένο αίθριο κορυφώνουν το αίσθημα αποκοπής από τον υπόλοιπο κόσμο. Η διάταξη των κελιών παραπέμπει σε κυψέλη και η κυψέλη συνειρμικά συνδέεται με την αυστηρή πειθαρχία, την υπακοή, την παντελή έλλειψη απόλαυσης και την ανυπαρξία προσωπικής διαφοροποίησης. Και τέλος, ο κεντρικός πύργος ορθώνεται σαν φαλλός που διεισδύει στον περιμετρικό δακτύλιο. Παρόμοια με το αρσενικό στη φύση που ενεργεί αδιάφορο για τις ανάγκες του θηλυκού και επιπλέον βίαια, προκειμένου να ικανοποιήσει το γενετήσιο ένστικτό του.

Ποιες να ’ταν άραγε οι πεποιθήσεις του Jeremy Bentham;
Προφανώς, ο Άγγλος διανοούμενος αντιλαμβανόταν απόλυτα τη δυναμική της σύλληψής του. Οι πηγές αναφέρουν ότι επιθυμούσε διακαώς την κατασκευή του panopticon και προσπαθούσε επί χρόνια να υλοποιήσει την ιδέα του. Φαντάστηκε άραγε, έστω και για μια στιγμή, τον εαυτό του στη θέση των μελλοντικών χρηστών αυτού του κτίσματος; Φυσικά τον φαντάστηκε. Αλλιώς, δε θα μπορούσε να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Αλλά δεν έδειξε οίκτο. Άλλωστε, οι αντιλήψεις της εποχής δεν επέτρεπαν στους φιλόσοφους τέτοιου είδους συναισθηματισμούς.

Οι απόψεις τότε είχαν ως εξής: Πολλοί, κυρίως οι μεταρρυθμιστές, πίστευαν πως η ποινική φυλάκιση δεν μπορούσε να αντιστοιχιστεί στο έγκλημα, δεν είχε επίδραση στο κοινό, ήταν πολυδάπανη, ακόμα και επιβλαβής για την κοινωνία, ενώ προκαλούσε αύξηση της εγκληματικότητας των κρατουμένων. Δεδομένων όλων αυτών των αντιλήψεων, είναι πράγματι περίεργο το πως ο εγκλεισμός κατέληξε, μέσα σε ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, να αποτελέσει την κύρια, παραδειγματική μορφή τιμωρίας.  Για τον σύγχρονό μας διανοητή Μichel Foucault (γεν. 1926), η εντυπωσιακή αυτή επικράτηση του θεσμού της φυλακής συνδέεται αναπόσπαστα με την ανάπτυξη της «πειθαρχικής τεχνολογίας της εξουσίας» και με τις σχετικές μορφές γνώσης για το άτομο.

Σύμφωνα με τον Φουκώ επίσης, γνώση δεν υπάρχει μονάχα εκεί όπου αναστέλλονται οι σχέσεις εξουσίας. Και δεν υπάρχει σχέση εξουσίας χωρίς συσχετισμένη σύσταση ενός πεδίου γνώσης, ούτε γνώση που να μην προϋποθέτει και να μην αποτελεί ταυτόχρονα σχέση εξουσίας. «Οι σχέσεις εξουσίας και γνώσης περιβάλλουν τα ανθρώπινα σώματα και τα καθυποτάσσουν μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα γνώσης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φουκώ.

Εξουσία και γνώση, έννοιες αλληλένδετες, τουλάχιστον βάσει των θεωριών του μεγάλου δασκάλου. Γνώση για το άτομο λοιπόν, μία λέξη κλειδί για την αποτελεσματική εφαρμογή της εξουσίας. Το panopticon προσέφερε στους εκπροσώπους της εξουσίας, δηλαδή στους φύλακες, μεγάλες ευκαιρίες γνώσεις για τους κρατούμενους, αφού στην ουσία ήταν ένα διαρκές παρατηρητήριο. Οι βασικοί στόχοι του πανοπτικού σχήματος του Μπένθαμ συνοψίζονται στα εξής: Ταυτόχρονη επιτήρηση και παρατήρηση, βεβαιότητα και γνώση, ατομικοποίηση και συνολικό άθροισμα, απομόνωση και διαφάνεια.

Η κακή φήμη του panopticon σήμερα (παρότι επιρροές του εξακολουθούν να διαφαίνονται σε σύγχρονα αρχιτεκτονήματα), κατά πάσα πιθανότητα εκπορεύεται από τη διάσημη σχετική ανάλυση του Φουκώ. Μέχρι τη δημοσίευσή της βέβαια το 1975 με τίτλο «Επιτήρηση και Τιμωρία», πάμπολλες φυλακές που εφάρμοζαν το μοντέλο του Bentham είχαν ήδη κατασκευαστεί. Στην Ισπανία, την Αργεντινή, τον Καναδά, το Βιετνάμ, την Ολλανδία, τη Βρετανία, τη Ν. Αφρική, την Κολομβία, την Κούβα, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη Ν. Ζηλανδία και αλλού.

Σήμερα, οι «πανοπτικές» φυλακές έχουν εγκαταλειφθεί ή λειτουργούν ως μουσεία. Η επίσκεψη σε ένα τέτοιο μουσείο, φαντάζομαι, θα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Η διαβίωση όμως σε μια τέτοια φυλακή τολμώ να υποθέσω πως θα ήταν εφιαλτική. Η παρατεταμένη υποβολή ενός ανθρώπου σε συνειδητή και μόνιμη σε βάρος του κατάσταση ορατότητας, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό και δη την απομόνωσή του, όπως επέβαλε η δομή του panopticon, μπορούν κάλλιστα να προκαλέσουν ακραία συναισθήματα, ακόμα και μη αναστρέψιμες ψυχικές βλάβες. Πως να αισθάνεται ένας άνθρωπος όταν του απαγορεύουν την αναγκαία για την εσωτερική του ισορροπία ιδιωτικότητα; Αμήχανος, ανασφαλής, αγχωμένος, φοβισμένος, ντροπιασμένος, ταπεινωμένος, καταβεβλημένος, βεβηλωμένος, οργισμένος, θλιμμένος... πόσα άλλα;   

Ευτυχώς, το panopticon προσκρούει πλέον στο άρθρο 5 της οικουμενικής διακήρυξης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (10.12.48): «Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε ποινή ή μεταχείριση σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική» Η επινόηση του Μπένθαμ είναι ακριβώς αυτό: ένα βασανιστήριο. Παρά ταύτα, ο Φουκώ διατείνεται πως όχι μόνο οι φυλακές αλλά όλες οι σημερινές δομές ιεραρχίας, όπως ο στρατός, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα εργοστάσια κτλ, παρουσιάζουν ομοιότητες με το περίφημο panopticon.

Ο Φουκώ θεωρούσε ότι η σύγχρονη κοινωνία λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως ένα υπερ-panopticon καθώς τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας επενδύουν διαρκώς στην τηλε-επιτήρηση των πολιτών. Όπως συνέβαινε με τους κρατούμενους του panopticon, ο σύγχρονος πολίτης οδηγείται σε μια ψυχολογικο-συμπεριφοριστική κατάσταση εσωτερίκευσης του ελέγχου. 

Η τηλε-επιτήρηση λειτουργεί ως ένα ακόμα φροϋδικό υπερεγώ: το άτομο εσωτερικεύει τους κανόνες, συμμορφώνεται μ’ αυτούς ακόμα κι όταν δεν είναι απαραίτητο κι έτσι ασκεί το ίδιο την εξουσία στον εαυτό του. Τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, για παράδειγμα, κατασκευάζουν τη συνείδηση του πολίτη, τον αναγκάζουν να δρα στους δημόσιους χώρους, όχι σύμφωνα με την προσωπικότητά του αλλά αλλοτριωμένα, βάσει των κοινά αποδεκτών συμπεριφορών.   

Το «big brother» και τα ομοειδή τηλεπαιχνίδια είναι παραδείγματα οικειοθελούς τηλε-επιτήρησης. Ο Φουκώ βέβαια πέθανε το 1984 και δεν τα πρόλαβε αυτά. Κατά καλή του μάλλον τύχη, γιατί έτσι γλίτωσε από επίμοχθες αναλύσεις. Τα τηλεοπτικά προγράμματα αυτού του είδους είναι κατ’ ουσία οι «νόμιμες» εφαρμογές του panopticon στη σύγχρονη πραγματικότητα. 

Στα παιχνίδια αυτά συμμετέχουν νέοι κυρίως άνθρωποι οι οποίοι, δελεασμένοι από ένα παχυλό χρηματικό έπαθλο και το ενδεχόμενο συνήθως της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, δέχονται να εγκλειστούν για βδομάδες ή και μήνες σ’ ένα φυλασσόμενο χώρο με εξαντλητικά έντονο φωτισμό μαζί με μια μικρή ομάδα άλλων ατόμων όπου κάμερες καταγράφουν νυχθημερόν κάθε δραστηριότητα. Ζητούμενο σ’ αυτά τα παιχνίδια δεν είναι βέβαια ο σωφρονισμός των ατόμων, αλλά η τηλεθέαση. 

Ο εγκλεισμός, η συνεχής έκθεση των συμμετεχόντων στις κάμερες και επιπλέον η τηλεοπτική προβολή κάθε μιας ιδιωτικής τους στιγμής νομίζω δικαιολογούν τα συχνά ξεσπάσματα των παικτών. Θλίψη, απελπισία, επιθετικότητα και θυμός καταγράφονται και εφόσον κριθούν ικανά να αυξήσουν την τηλεθέαση του προγράμματος, αναμεταδίδονται.

Πρακτικά, παρέχεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε τηλεθεατή να παρατηρεί σε βάθος τους συμμετέχοντες. Βέβαια, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα σ’ ένα παίκτη reality τηλεπαιχνιδιού και σ’ έναν κρατούμενο πανοπτικής φυλακής, με κυριότερες την εκούσια συμμετοχή, την περιορισμένη διάρκεια παραμονής, τη δυνατότητα αποχώρησης οποιαδήποτε στιγμή, τη μη απομόνωση, τις άριστες κατά τα λοιπά συνθήκες διαβίωσης και βέβαια ό,τι καλό συνεπάγεται η δημοσιότητα, που μπορεί άλλους να τους τρομάζει, άλλους όμως τους γοητεύει τόσο που βρίσκονται διαρκώς στο κατόπι της.

Κι αν ακόμα δε μπορούμε όλοι να γίνουμε αστέρες του θεάματος ή αν πολλοί από ’μας απεχθανόμαστε τις κάμερες, η τεχνολογική υποδομή της σύγχρονης πραγματικότητας είναι τέτοια που ελάχιστοι τελικά αποφεύγουν την αυτοέκθεση. Όσοι ασχολούμαστε με τα social media το γνωρίζουμε καλά αυτό. Γιατί, τι κάνει κανείς όταν διατηρεί π.χ. μια σελίδα στο facebook ή ένα προσωπικό ιστολόγιο; Δεν θέτει εαυτόν στην υπηρεσία του πανοπτισμού;

7.3.11

ο κύριος Κανείς



Ποιὸς νἆναι αὐτὸς ὁ «Κύριος Κανείς»;
Χθὲς σὰν καθήσαμε νὰ πιοῦμε τσάι,
μπράμ, νά σου τον, ἕνα φλυτζάνι σπάει
καὶ βρέχει τὸ φουστάνι τῆς Φανῆς,
ὁ σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ὕστερα τσίμπησε τὴν ἄσπρη γάτα,
ἔσπασε καὶ δυὸ-τρία καλὰ πιάτα,
ἐζούγκηξε τοῦ Γιάγκου τὸ καπέλλο,
καὶ ξέσκισε τῆς Ἕλλης μας τὸ βέλο,
καὶ μούγκριζε φριχτὰ σὰν Ἐρυννίς,
ὁ πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Ἔχει θαρρῶ κακὴν ἀνατροφή,
γιατὶ ἔβαλε μὲς τὸν καφέ μου ἁλάτι,
καὶ μοῦ ἔμπηξε καρφίτσες στὸ κρεβάτι,
καὶ στὸ σκαμνὶ τοῦ μπέμπη ἕνα καρφί,
κι ὕστερα τὸν ρωτοῦσε: «ποῦ πονεῖς;»
ὁ κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιὸς νἆναι; -Μπὰ κανείς μας δὲν τὸν ξέρει,
κανείς μας δὲν τὸν εἶδε πουθενά...
Μ᾿ αὐτὸς τὰ παιχνιδάκια μας χαλνᾶ,
κι ἔσπασε καὶ τῆς πλύσης τὸ πανέρι.
Δὲν εἶναι φαίνεται, καθόλου εὐγενὴς
αὐτὸς ὁ μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δὲν τὸν γνωρίζουμε! Ὀρκιζόμαστε.
Μὰ ἡ μητερούλα μας χαμογελᾶ
καὶ λέγει πὼς τὸν ξέρουμε καλὰ
καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ κρυβόμαστε
καὶ ψέματα νὰ λέμε στοὺς γονεῖς,
γιατὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς ὁ «Κύριος Κανείς».

Νικόλαος Ποριώτης, 1920

6.3.11

χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη

"αμόλα καλούμπα!", δηλαδή μην κολλάς σ' ό,τι έγινε, προχώρα!  

Πόσο μ’ αρέσει κάθε φορά που βγαίνω πρωί Καθαράς Δευτέρας απ’ το σπίτι κι αρχίζω να βλέπω χαρταετούς στον αέρα! Χαμογελάω τότε γιατί κάθε αετός σημαίνει πως κάπου στην πόλη χαίρεται ένας πιτσιρικάς. Ένα παιδάκι, μικρό, μεγαλύτερο ή και ενήλικο. Tι πιο ωραίο απ’ το να ξυπνάς σε μια ήσυχη πόλη που έχει ανέβει στις ανοιξιάτικες πλαγιές για να γιορτάσει τα κούλουμα, να πετάξει τους αετούς της, να δοκιμάσει τους νηστίσιμους μεζέδες της, να πιει κρασάκι, να τραγουδήσει και να χορέψει;

Οι χαρταετοί είναι πολύ του γούστου μου!
Έχουν χάρη και φινέτσα. Είναι στολίδια τ’ ουρανού που ομορφαίνουν σιωπηλά την πόλη. Αιωρούνται, προσφέροντας χαρά όχι μόνο σ’ όσους κρατούν το σχοινί, αλλά ακόμα και σ΄ εκείνους που, χιλιόμετρα μακριά, σηκώνουν το βλέμμα κατά πάνω.  
Κι όταν μιλάω για χαρταετούς δε σκέφτομαι τους αγοραστούς χαρταετούς εγώ, τους πλαστικούς. Λέω για τους άλλους, τους χειροποίητους.

Δεν είναι κρίμα να αγοράζει κανείς έτοιμο το χαρταετό του;
Η κατασκευή του χαρταετού είναι διασκεδαστική και το μόνο που θέλει είναι μεράκι.
Τα υπόλοιπα υλικά είναι πολύ απλά και πάμφθηνα.
Πηχάκια ή καλάμια, χαρτί, σπάγκος, λίγο σύρμα και κολλητική ταινία.
Καλά, και φαντασία για το χρωματισμό και τη διακόσμησή του. Εντάξει, θέλει και λίγη τύχη για να σηκωθεί έπειτα ο χαρταετός. Με το τίποτα σχεδόν όμως οι επίδοξοι αεροναυπηγοί μπορούν ύστερα να απολαύσουν το δημιούργημά τους να σχίζει τους αιθέρες, όπως γίνεται χρόνια και χρόνια κάθε τέτοια μέρα στη χώρα μας.

Βέβαια, το έθιμο του χαρταετού δεν είναι ελληνικό, όπως ακούω καμιά φορά (και νομίζω τότε πως μου μιλάει ο κύριος Πορτοκάλος από το "γάμος αλά ελληνικά", που πίστευε ακράδαντα πως τα πάντα έχουν ελληνική ρίζα). Κατά πάσα πιθανότητα το έθιμο είναι κινέζικο και λέγεται πως μετρά περισσότερο από δυόμισι χιλιετηρίδες ζωής. Συναντάται όμως σε αρκετά μέρη της γης, παραλλαγμένο φυσικά και σε διαφορετικές ημερομηνίες. Εκτός απ' τους εξάγωνους χαρταετούς που πετούν στο δικό μας ουρανό την Καθαρά Δευτέρα, χαρταετοί σε αμέτρητα σχήματα και χρώματα πετούν και σ’ άλλους ουρανούς πολλούς. Στον ουρανό της Κίνας βέβαια μπορεί κανείς να χαζέψει ευφάνταστους χαρταετούς αν βρεθεί εκεί την κατάλληλη στιγμή, αλλά και της Ιαπωνίας, της Ινδίας, της Ταϊλάνδης, του Αφγανιστάν... ουουου, σε πολλά μέρη.

Αλλά τώρα καθώς έγραφα "Αφγανιστάν", θυμήθηκα ένα ωραίο βιβλίο που μου χάρισε πριν λίγα χρόνια μια καλή μου φίλη, το οποίο λέγεται «χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη».
Το 'χει γράψει ο Καλέντ Χοσείνι, ένας 46χρονος σήμερα Αφγανός γιατρός, ο οποίος από το 1980, που δόθηκε στην οικογένειά του πολιτικό άσυλο, ζει στις ΗΠΑ.
Οι «χαρταετοί», όπως και το επόμενο υπέροχο βιβλίο του, το «στη χώρα των χρυσών ήλιων» (που, κοίτα να δεις, τώρα συνειδητοποιώ πως μου το χάρισε επίσης η ίδια φίλη!) είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα και με τέτοια επιδεξιότητα που αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σ’ όλο τον κόσμο. Έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και μάλιστα οι «χαρταετοί» γυρίστηκαν και ταινία.

Η «χώρα των χρυσών ήλιων» μιλάει για τα χίλια μύρια όσα τράβηξαν οι γυναίκες στο Αφγανιστάν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Στους «χαρταετούς», ο Χοσείνι αφηγείται και πάλι τη σύγχρονη ιστορία της πατρίδας του, έχοντας αυτή τη φορά για πρωταγωνιστές δύο αγόρια, τον πλούσιο Αμίρ και τον φτωχό Χασάν, που μεγαλώνουν στην Καμπούλ, ζώντας στο ίδιο πλουσιόσπιτο. Βλέπετε, ο Αμίρ είναι ο γιος του ιδιοκτήτη κι ο Χασάν γιος του υπηρέτη τους. Θεωρητικά αυτό, γιατί πρακτικά τα δυο παιδιά είναι ετεροθαλή αδέρφια. Ο Χασάν στην πραγματικότητα είναι ο νόθος γιος του πατέρα του Αμίρ. Μια δυνατή φιλία ενώνει τα δύο αγόρια, ίσως και λόγω του δεσμού αίματος που τα συνδέει χωρίς να το ξέρουν. Ο Αμίρ μια μέρα που γινόταν στην πόλη ο καθιερωμένος διαγωνισμός για το πέταγμα του αετού κερδίζει το πρώτο βραβείο και γεμίζει περηφάνια, αλλά αμέσως μετά βλέπει τον Χασάν να ταπεινώνεται και μάλιστα να βιάζεται από ένα μεγαλύτερό του αγόρι, εν είδει τιμωρίας για τη νίκη του αφέντη του. Ο Αμίρ, παρότι παρών, δειλιάζει και δε σώζει το φίλο του. Παραμένοντας άπραγος, χάνει εν ριπή οφθαλμού τον αυτοσεβασμό του και η σχέση του με τον Χασάν αλλάζει ολωσδιόλου ρότα. Τα παιδιά, εξ αιτίας αυτής της τραυματικής και για τα δύο εμπειρίας ωθούνται σταδιακά στα όρια των αντοχών τους. Χρόνια μετά και αφού ο Αμίρ έχει δραπετεύσει προ ετών με τον πατέρα του στην Αμερική, καλείται να γυρίσει στο Αφγανιστάν για να σώσει το γιο του παιδικού του φίλου, που πλέον είχε εκτελεστεί από τους Ταλιμπάν. Καλείται, μ’ άλλα λόγια, να σώσει το γιο του αδερφού του, τον μικρό ανιψιό του. Αυτή τη φορά ο Αμίρ βρίσκει το σθένος να γυρίσει στο κατεστραμμένο Αφγανιστάν και μετά από επικίνδυνες περιπέτειες κατορθώνει να επιστρέψει στην Αμερική, φέρνοντας μαζί του το γιο του Χασάν, περήφανος αυτή τη φορά που κατόρθωσε έστω και την ύστατη στιγμή να φανεί άξιος αδερφός.  

Την ταινία δεν την έχω δει, αλλά το βιβλίο είναι καταπληκτικό!
Τώρα, θ’ αναρωτιέστε βέβαια, τι έχω πάθει, μέρα που 'ναι, κι αντί να γράφω για τα παραδοσιακά μας κούλουμα, ασχολούμαι με πικραμένες ιστορίες από το μακρινό Αφγανιστάν...
Είμαι τσαντίλα, γι΄ αυτό.
Δεν μπορώ να σκεφτώ ταραμοσαλάτες, καρώ τραπεζομάντιλα πάνω στο χορτάρι, υπαίθρια γλέντια κι άλλα τέτοια αξιοζήλευτα.
Λίγο το ’χετε; Όλοι οι άλλοι, αν δε βρέχει βέβαια, θα πάρουν αύριο τα βουνά, ζευγαρωμένοι ή σε παρέες κι εγώ θα ’μαι σπίτι μόνη κατάμονη και το πολύ που θα πάω κουτσαίνοντας είναι μέχρι την κουζίνα. Να δω χαρταετό στην κουζίνα το βρίσκω μάλλον απίθανο. Εξ ου κι η τσαντίλα!
 
Αλλά δεν το βάζω κάτω. Όοοχι αγαπητοί μου!
Μπορεί φέτος να είμαι κουτσή και ως εκ τούτου κλεισμένη μες στο σπίτι, του χρόνου τέτοια μέρα όμως θα πετάω στον ουρανό!
Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου:
Την Καθαρά Δευτέρα του 2012, αν όλα πάν’ καλά, εγώ θα βρίσκομαι... στον αέρα!
Όχι, δε θα βρίσκομαι μέσα σε αεροπλάνο. Ούτε θα κάνω ραδιοφωνική εκπομπή. Και όχι, δε θα πάω να πετάξω αετό. Του χρόνου, φίλοι μου, θα κάνω κάτι καλύτερο και βέβαια κάτι εντελώς πρωτότυπο: θα πετάξω... αυτοπροσώπως!
Σοβαρολογώ. Σκοπεύω να πετάξω με «παραπέντε»!
Το parapente, για όποιον δεν το ’χει ξανακούσει, είναι μια γαλλική, σύνθετη λέξη που προκύπτει από το «parachute» που σημαίνει αλεξίπτωτο και το «pente» που σημαίνει πλαγιά. «Παραπέντε» λοιπόν λέγεται το αλεξίπτωτο πλαγιάς.
Με τη βοήθεια του οποίου μπορείς να πετάξεις σα ζωντανός χαρταετός και να απολαύσεις τη θέα από ψηλά. Ουααάου!
Αύριο λοιπόν θα κάτσω ήσυχα-ήσυχα σπίτι, αφού δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς, αλλά εύχομαι ν' αξιωθώ σε 365 μέρες να κάνω πράξη την πανάρχαια ανθρώπινη επιθυμία της ελεύθερης πτήσης.

Άλλωστε, ο "χαρταετός" του Ελύτη νιώθω πως γράφτηκε ειδικά για μένα:
κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός
τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες
...

Ξέρω, μερικοί σκέφτεστε «μμμμ τη φαντασμένη, σιγά που θα τα καταφέρει!».
Ένα σας λέω εσάς: είναι να μη μου καρφωθεί κάτι εμένα.
...
Τώρα που το ξανασκέφτομαι όμως, δε φαντάζομαι ρε παιδιά εκεί που θα παριστάνω τον Ίκαρο να πέσω με το «παραπέντε» να σπάσω κάνα ποδάρι και να ’μαι πάλι κουτσή του χρόνου τέτοια μέρα... λέτε να πάθω τέτοιο χουνέρι;   
Γιατί το «είναι ωραία να πέφτεις» ακούγεται έτσι κάπως μεγαλόπρεπο αλλά στην πράξη; πως είναι στην πράξη;
Ύστερα, το τραγούδι λέει και τ’ άλλο: «αν αντέχεις να πέφτεις».
Αντέχω εγώ να φάω τα μούτρα μου;
Δεν ξέρω, θα δούμε. Θα το μάθουμε, ακριβώς σ’ ένα χρόνο από σήμερα.

Καλά κούλουμα σ' όλους εκεί πέρα έξω αύριο και όποιος το θυμηθεί ας πιει κι ένα ποτηράκι στην υγειά μου. 



5.3.11

Scrat did it!



Πιστεύετε μήπως πως ο διαχωρισμός των ηπείρων ορθώς ερμηνεύεται βάσει της θεωρίας των τεκτονικών πλακών;    
Κακό του κεφαλιού σας!
Οι θεωρίες για τα γεωσύγκλινα, τις καταβυθίσεις, τα οφιολιθικά συμπλέγματα, την ορογένεση και τα συναφή... είναι πέρα για πέρα παραπλανητικές!
Να με συγχωρείτε, αλλά η παλαιογεωγραφία τα λέει λάθος! Ομοίως η γεωλογία και η παλαιοντολογία.
Κι έχω αποδείξεις για όσα λέω.
Ορίστε, δείτε με τα μάτια σας τι έγινε και καταλήξαμε όπως δείχνουμε σήμερα αν κάποιος μας κοιτάζει απ' το διάστημα...



Περισσότερες πληροφορίες θα δοθούν στη δημοσιότητα στις 13 Ιουλίου 2012.
Αν υπάρχουμε ακόμα μέχρι τότε (διότι πολλά ακούγονται για το ’12) θα μπορέσουμε τη μέρα εκείνη να απολαύσουμε τον Scrat στην παγκόσμια πρεμιέρα του κινηματογραφικού «Ice Age IV, Continental Drift».  

4.3.11

«bardo»



Καλημέρα κύριοι συνάδελφοι.
Σήμερα θα μιλήσουμε... ησυχία, παρακαλώ.
Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε... παιδιά, ζήτησα να κάνετε ησυχία!
Ευχαριστώ.
Μήπως έχετε ακουστά τη λέξη «bardo»;
Πως; Λεωφορείον ο πόθος;... Όχι, είπα μπάρντο, όχι Μπράντο.
Εσείς; Ναι, παρακαλώ;
Εεεε... είναι μπάρντο, όχι Μπαρντό, δεσποινίς. 
Εκτιμούμε βέβαια τη συμβολή και της Brigitte Bardot και του Marlon Brando στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα.  
Αλλά, καλώς ή κακώς, το αντικείμενο του μαθήματός μας δε σχετίζεται με την έβδομη τέχνη.
Άλλος;
...
Κανείς;
Καλά.

Λοιπόν, κατ’ αρχάς, η λέξη «bardo» είναι Θιβετιανή.
Τη χρησιμοποιούν κυρίως οι μυστικιστές του Θιβέτ και σημαίνει ένα είδος κοσμικής αίθουσας αναμονής.
Είναι το μέρος στο οποίο, σύμφωνα με το βουδισμό, εισέρχεται η ψυχή μετά το θάνατο.
Θυμίζω πως στις σανσκριτικές γραφές ο θάνατος αποκαλείται φίλος, γιατί η συνειδητοποίησή του νοηματοδοτεί τη ζωή και παρακινεί τον άνθρωπο να αναζητήσει ό,τι είναι αθάνατο.
Στο bardo η ψυχή, πριν μετενσαρκωθεί, έχει στη διάθεσή της ένα χρονικό διάστημα για να αναλάβει από τις πληγές που υπέστη κατά την προηγούμενη, ελεύθερη διαδρομή της στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Το bardo συνίσταται στα λεγόμενα «τέσσερα άλφα».
Αυτά είναι, κατά σειρά, η ανάπαυση, η ανάρρωση, η ανάλυση και η απόφαση.  
Μ’ άλλα λόγια, το bardo δεν είναι παρά μια ευκαιρία συναισθηματικής ανασυγκρότησης στην ηρεμία, μια ανακεφαλαίωση του παρελθόντος και ένας ψύχραιμος διαλογισμός γύρω από κάθε πραγματοποιημένο ατόπημα.
Εκείνο που προκύπτει στη συνέχεια αυτών είναι η απόφαση της ψυχής να μη λησμονήσει εκ νέου το νόημα της ζωής.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα περιμένω να λάβω τις εργασίες σας σχετικά με το νόημα της ζωής. Τις έχετε φέρει; ...
Θαυμάσια! Φεύγοντας να μου τις αφήσετε. 

Συνεχίζω λοιπόν.
Όπως ήδη γνωρίζετε, οι θεωρητικοί διχάζονται όσον αφορά τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κακός -αυτή την εκδοχή θεωρώ πως την εξαντλήσαμε στο προηγούμενο εξάμηνο- και κάποιοι λένε το αντίθετο, πως δηλαδή η καλοσύνη είναι έμφυτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχής.
Σύμφωνα με τους δεύτερους, η κατάσταση της χαράς είναι κρυμμένη στο κέντρο της συνειδητότητας. Η αγνή χαρά είναι μία κατάσταση του νου που φανερώνεται όταν εκείνος απαλλαγεί από κάθε εχθρότητα, μνησικακία, απληστία, φόβο και ανασφάλεια.
Στον εξαγνισμένο τότε νου η ανθρώπινη θεϊκότητα λάμπει ανενόχλητη.
Κατ’ επέκταση, η χαρά μοιάζει με προορισμός στον οποίο οδηγεί η μακρά πνευματική αναζήτηση.

Οι Μακαρισμοί, άλλωστε, στην επί του Όρους ομιλία, ξεκινούν ως εξής: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών...».
Ποιος θα μας πει το νόημα της βιβλικής αυτής φράσης;
Ναι, κύριε συνάδελφε...
Ακριβώς! Σημαίνει «Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο Θεό, γιατί δικός τους είναι ο καινούριος κόσμος». Πολύ ωραία!
Η χαρά δεν αγοράζεται, δε δανείζεται, δεν παραχωρείται, δε χαρίζεται.
Η χαρά κατακτιέται.
Είναι η ευτυχής κατάληξη του επίπονου πνευματικού μόχθου.
Μόνο οι μύστες μπορούν να επιβεβαιώσουν πόσο δύσκολο είναι να διαπεράσει κανείς την επιφάνεια της συνειδητότητας για να απομακρύνει οτιδήποτε δυσαρμονικό βρίσκεται εκεί.
Παρά τη δυσκολία όμως, το θαύμα είναι εφικτό: καθένας μας μπορεί να γίνει το είδος εκείνο του ανθρώπου που ονειρεύεται να γίνει...

-         Ρε συ, τι λέει τόση ώρα;
-         Άσε μεγάλε, με την αλλαγή του εξαμήνου φαίνεται αποτζάζεψε!
-         Να σου πω, πάμε για καφέ;
-         Πάμε, απ’ την πάνω πόρτα. Κατηχητικό δέκα η ώρα το πρωί δε λέει...
-         Ε μα, χάλασα και τον ύπνο μου για να ’ρθω. Έλα, φύγαμε
-         Μισό παιδιά, έρχομαι κι εγώ!
-         Κι εγώ, σταθείτε
-         Κι εγώ, κι εγώ
-         Ναι κορίτσια, όχι όλοι μαζί. Μη φύγουμε με πούλμαν. Φύγετε σε λίγο εσείς. Ξέρετε που θα 'μαστε
-         Καλά

Παρακαλώ κύριοι, όχι ψίθυρους. Αποσυντονίζομαι.

-         ναι, οι ψίθυροι σ' αποσυντόνισαν εσένα! 
-         κι οι άλλοι νόμιζαν πως το ufo εμφανίστηκε χθες στη Βραζιλία. Γίνεται; Αφού το 'χουμε εμείς εδώ!
(γέλια...)
-         σκάστε ρε φτωχοί τω πνεύμα, θ’ αρχίσει πάλι να βγάζει αφρούς!

3.3.11

σα βασιλιάς!

Καλά εγώ αυτήν αν την είχα σπίτι, όποτε θα μου μίλαγε θα της πέταγα παντόφλα. Ούτε δέκα λεπτά δε θα την άντεχα!
Η ένρινη φωνή της πιστεύω πως είναι καλή μόνο για να ραγίζει τζάμια και να τσακίζει νεύρα. Να με συμπαθάτε αν εσάς σας αρέσει, εγώ λέω τη γνώμη μου, ok;
Παρ' όλα αυτά, όπως κάθε κανόνας έτσι και τούτος έχει την εξαίρεσή του. Υπάρχει ένα της τραγούδι, στο οποίο την ανέχομαι. Μ' αρέσει από παλιά αυτός ο σκοπός, αν και πάλι θα προτιμούσα ν' άκουγα οποιαδήποτε άλλη στη θέση της.
Τέλος πάντων. Ακούστε...

Λέρος

Λέρος, το "ένοχο μυστικό της Ευρώπης"

Οι σκηνοθέτες των ντοκιμαντέρ έχουν μια δύναμη που οι άλλοι, δηλαδή οι σκηνοθέτες των ταινιών μυθοπλασίας... ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα!
Με λίγη τύχη βέβαια μπορεί ένας ικανός σκηνοθέτης που δουλεύει για το Χόλλυγουντ να τα ’κονομήσει και μάλιστα χοντρά, αλλά ποτέ δε θα απολαύσει την ηθική ικανοποίηση απ’ το αντίκτυπο που ενδεχομένως να έχει η δουλειά εκείνου που καταγράφει πραγματικά περιστατικά και που γι΄αυτό ψωμολυσσάει.
Ε τι να γίνει; σε τούτη τη ζωή διαλέγεις με ποιους είσαι...

Αυτός ήταν ένας σύντομος πρόλογος. Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα: Το 1990, το διάσημο ντοκιμαντέρ «Island of Outcasts», της Jane Gabriel, σχετικά με το ψυχιατρείο της Λέρου, έδωσε ένα γερό χαστούκι στην πρωτόγονη ελληνική κοινωνία. Μετά την προβολή της ταινίας, η διεθνής κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και η Ευρωπαϊκή Ένωση παρενέβη ώστε να πάψει το «κρατικό θεραπευτήριο Λέρου» να θυμίζει ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και όχι ψυχιατρική κλινική.

Θα μπορούσα να πω διάφορα και πολλά για το θέμα της ψυχικής ασθένειας και του ακούσιου εγκλεισμού. Εμπεριστατωμένα και βαρύγδουπα.
Αλλά αυτή τη φορά (χε χε ναι, αυτό είναι απειλητικό!) θα αρκεστώ στο να πιάσω απλώς μια κλωστούλα της ιστορίας κι έτσι να δώσω κλώτσο στο κουβάρι...

Ο φακός της Gabriel λοιπόν συνέλαβε πάμπολλες μορφές.
Μία απ’ αυτές ήταν ο Παναγιώτης, ένας μεσήλικος Αθηναίος, τρόφιμος του διαβόητου ψυχιατρείου της Λέρου. Η περίπτωσή του ήταν μάλλον ελαφριά.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν στο ψυχιατρείο η μητέρα κι η αδερφή του, απ’ την Αθήνα, μετά από δέκα χρόνια που είχαν να τον επισκεφτούν.
Ο Παναγιώτης υποδέχτηκε τις δύο γυναίκες εγκάρδια, τις αγκάλιασε και τις φίλησε.
Ο γιατρός έδωσε στον Παναγιώτη δίωρη άδεια ώστε να πάει μια βόλτα στο νησί μαζί τους. Η αδερφή του, σε αντίθεση με τη μητέρα, αρνήθηκε να μιλήσει στην κάμερα.
Στο απόσπασμα από την ταινία  Island of Outcasts (η συγκεκριμένη σκηνή ξεκινάει στο 05:57'), βλέπουμε τον Παναγιώτη να ζητάει απ’ τη μητέρα του να τον βγάλει απ’ το ψυχιατρείο και να τον πάρει σπίτι μαζί της.
Ο διάλογός τους είχε ως εξής:

Παναγιώτης: Ε μητέρα, τι λες, μπορώ να σε βοηθήσω;
Μητέρα: Δεν ξέρω Παναγιώτη, αυτό εξαρτάται από σένα, αγόρι μου
Π: Εγώ θα σε βοηθήσω!
Μ: Δε μπορείς, δυστυχώς
Π: Μπορώ! άμα έρθω θα σε βοηθήσω
Μ: Δε μπορείς, μάτια μου!
Π: Ε, για να μην πηγαίνεις εσύ τώρα για ψώνια μονάχη σου, έχεις τα πόδια, έχεις...
Μ: Τα ψώνια είναι Παναγιώτη;
Π: Έχεις το πόδι σου, έχεις και το χέρι σου, τώρα με την εγχείρηση, μπορείς να δουλεύεις;
Μ: Δε μπορείς αγόρι μου. Μακάρι να μπόραγες να με βοήθαγες. Δε μπορείς όμως... δυστυχώς!
Π: Θα σε βοηθήσω με το καλό, όχι με το ζόρι, με το καλό... ό,τι μπορέσω θα κάνω
Μ: Ααααχ...
Π: Άμα μου πεις μια μέρα να ’ρθω σπίτι θα ’ρθω εγώ δεεεεν... δε μιλάω με το ζόρι
Μ: Τι να σου πω...
Π: Εγώ μιλάω με το καλό
Μ: Θα δούμε τι θα κανονίσουμε...

Στην επόμενη σκηνή βλέπουμε τον Παναγιώτη αγκαλιά με την αδερφή του να φεύγουν απ ’το ίδρυμα για μια βόλτα στη χώρα.
Η μητέρα του μένει πίσω.
Ο φύλακας στην πύλη γνωρίζει βέβαια τον Παναγιώτη και όπως το υπόλοιπο προσωπικό του νοσοκομείου θεωρεί πως άδικα ο Παναγιώτης παραμένει εγκλεισμένος. Λέει στη μητέρα του:

Φύλακας: Τι έχει; Εσύ δε μπορείς να υπογράψεις να τον πάρεις;
Μητέρα: Θα μπορούσα, αλλά το παιδί δεν είναι πολύ καλά, πάει κι έρχεται... για να τον πάρω πρέπει να είμαι σίγουρη αν μπορεί να μου προσφέρει κάτι.

«Πρέπει να είμαι σίγουρη αν μπορεί να μου προσφέρει κάτι!».
Λόγια μάνας αυτά.
Όχι να είναι σίγουρη αν μπορεί εκείνη να προσφέρει κάτι στο παιδί της που πάσχει αλλά αντίθετα, αν τυχόν μπορεί ο πάσχων γιος να προσφέρει στην ίδια.
Συγκλονιστικά λόγια μιας μάνας που έκλεισε στο ψυχιατρείο το ίδιο της το παιδί, επειδή αυτό δεν μπορούσε να της προσφέρει! Και που έκανε τον κόπο να δει το παιδί αυτό μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια! Και που χωρίς να έχει καν ενημερωθεί απ’ το γιατρό για την κατάστασή του, αποφαίνεται αυθαίρετα πως ο γιος της «πάει κι έρχεται». Σε αντίθεση με την ίδια, που παραμένει σταθερά προσκολλημένη στο προσωπικό της συμφέρον!

Ο Παναγιώτης είναι προφανές πως μιλάει πράγματι «με το καλό». Αλλά αν η ίδια του η μάνα τον αντιμετωπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο (δε θα τον χαρακτηρίσω χυδαίο τον τρόπο της, γιατί θα με πείτε πάλι «σκληρή»), ίσως να πρέπει να κρίνουμε με μεγαλύτερη επιείκεια την ελληνική κοινωνία για τον αδιανόητο τρόπο που αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς στο σύνολό τους.
Γιατί, εικοσιένα χρόνια μετά την καταγγελία της Jane Gabriel η κατάσταση στη χώρα μας ελάχιστα έχει αλλάξει!

Οι ψυχικά πάσχοντες, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι αδαείς, συνήθως μιλούν «με το καλό». Ενίοτε δε είναι σε αρκετά καλή γενική κατάσταση και, όπως ο Παναγιώτης, μπορούν και θέλουν να προσφέρουν...

Σήμερα βέβαια, ζούμε στην εποχή της λεγόμενης αποασυλοποίησης. Όχι επειδή οι ψυχίατροι έγιναν άξαφνα καλοί και μοιράζουν αφειδώς εξιτήρια, αλλά επειδή οι ασθενείς είναι πολλοί και είναι πιο συμφέρον για την κοινωνία να «απορροφά» τα πιο ελαφριά περιστατικά, παρά να τα συντηρεί «εντός των τειχών». Η επιτυχής κοινωνική ενσωμάτωση των ψυχικά ασθενών όμως βασίζεται σε μία προϋπόθεση. Στο να μην τους κλείνει το σύνολο την πόρτα κατάμουτρα λέγοντας: «δε μπορείς!».

Ένα τελευταίο σχόλιο για λόγους δικαιοσύνης.
Κατ’ αρχάς, συμφωνώ πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχτεί κανείς τη διαφορετικότητα. Εννοείται πως το να συναναστρέφεσαι, να ζεις ή να συνεργάζεσαι με ψυχικά ασθενείς δεν είναι ό,τι πιο εύκολο. Για να το πετύχει κανείς αυτό πρέπει να είναι εφοδιασμένος με υψηλή αντιληπτική ικανότητα, με γνώσεις, με υπομονή, με καλή διάθεση, με ευρύτητα πνεύματος και με λίγο χιούμορ.
Αλλά, πως θα γίνει;
Είμαστε πολλοί!
Και πρέπει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να συνυπάρξουμε αρμονικά.
Για το κοινό μας όφελος. Και οι από ’δω και οι από ’κει, αν υποτεθεί πως υπάρχει κάποια διαχωριστική γραμμή ανάμεσά μας, γιατί κατά την ταπεινή μου άποψη τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει.

Όσο για το φίλο μου τον Παναγιώτη, τον ξαναβρήκα! Ναι αμέ. Το 2003.
Στο ντοκιμαντέρ του Αντρέα Λουκάκου Ψυχοαποικία Λέρου(βλ. 04:06')
Πιο γερασμένος βέβαια, είχαν άλλωστε περάσει δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Και όπως σωστά υποθέσατε, εκείνος βρισκόταν ακόμα στη Λέρο. Αυτή τη φορά, γνωρίζοντας πως η μάνα τον είχε ξεγραμμένο για καλά, μίλησε στο φακό γι αυτό που ήλπιζε πια: να βρει μια σύντροφο.

«ε, αυτή τη γυναίκα που θα πάρω... δε θα την πάρει άλλος. Θα της κάνω εγώ τα έξοδα. Το σπίτι, θα της πλένω τα ρούχα, θα της μαγειρεύω... θα της φτιάχνω πατσά... ό,τι, ό,τι θέλει... το κρασάκι της, το κρεβατάκι της... και θα κοιμόμαστε μαζί αγκαλίτσα»

Αααα ρε Παναγιώτη!

Όπως τα λέει το τραγούδι: Crazy, crazy for feelings, so lonely!

2.3.11

ο παπαγάλος


Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη καλησπέρα
ὁ παπαγάλος, εἶπε ξαφνικά:
«Εἶμαι σοφός, γνωρίζω ἑλληνικὰ!
τὶ κάθομαι ἐδῶ πέρα;»

Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖ
καὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει,
γιὰ νὰ τοὺς πεῖ μιὰ γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
καὶ τοὺς λέει: καλησπέρα!

Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τὶ διαβασμένος, λένε, ὁ παπαγάλος!
Θἆναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος,
ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!
Ἀπ᾿ τὶς Ἰνδίες φερμένος, ποιὸς τὸ ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νἄχει φέρει,
μὲ τὶ σοφοὺς ἐμίλησε, καὶ πόσα
νὰ ξέρει στῶν γραμματικῶν τὴ γλώσσα!

«Κυρ-παπαγάλε, θἄχουμε τὴν τύχη
ν᾿ ἀκούσουμε τὶ λὲς καὶ πάρα πέρα;»
Ὁ παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μὰ τὶ νὰ πεῖ; Ξανάπε: καλησπέρα!

Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1920

1.3.11

που είναι το μπαλάκι; οέο!



Μπαίνω το απόγευμα κουτσαίνοντας στο ιατρείο του αγαπητού μου «λαμπρού επιστήμονα». Βαγγέλη το λεν το παλικάρι. Εγώ μόνο τον λέω έτσι γιατί είναι πραγματικά «τσακάλι»!
Όπως όλοι οι δικοί μου γιατροί, άλλωστε.
Σηκώθηκε λοιπόν ο Βαγγέλης απ’ το γραφείο του να με χαιρετήσει. Φιληθήκαμε και ξεκίνησε η κουβέντα στο γνωστό μεταξύ μας ύφος.
Παρένθεση: με συγκεκριμένους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, δεν έχει φιλιά, μόνο χειραψία. Σνιφ. Κλείνει η παρένθεση.
- «τι κάνεις Λαμπρέ;», είπα βγάζοντας το παλτό μου
- «μια χαρά, δε μου λες που το ’χασες το μπαλάκι εσύ;», απάντησε
- «που σημαίνει;»
- «πως από τότε που ’χω να σε δω πρέπει να ζυγίζεις κάπου μιάμιση φορά περισσότερο!»
- «μα έχεις να με δεις απ’ το γυμνάσιο...» χαμογέλασα καλοκάγαθα
- «καλή προσπάθεια, αλλά έχω σημειωμένο και πότε σε είδα και πόσο ζύγιζες εκείνη την ημέρα. Βγάλ’ τα παπούτσια κι ανέβα στη ζυγαριά!»
- «στη ζυγαριά... όχι!»
- «έλα να τελειώνουμε, περιμένει κόσμος έξω»
- «δεν μπορώ παιδί μου, έχω πάρει όρκο!»
- «άντε λέγε, πόσο είσαι;»
- «ηλικία;»
- «κιλά!»
- «ε γράψε εκεί ένα στρογγυλό νούμερο πάνω απ’ το προηγούμενο και θα’ σαι μέσα»
- «πόσο πάνω δηλαδή;»
- «ε, τσιγκουνιές θα κάνουμε τώρα; βάλε... κατ’ εκτίμηση»
- «κατάλαβα... κι απ’ ότι μου εξήγησες στο τηλέφωνο πονάει η φτέρνα σου»
- «ναι να πάρει»
- «κοίτα, το πρόβλημά σου δεν ξεκινάει απ’ τη φτέρνα αλλά απ’ τη γάμπα»
- «σοβαρώς;»
- «ναι και θα χρειαστεί να κάνουμε τέσσερα πραγματάκια. Ξάπλωσε και σήκωσε τα μπατζάκια σου μέχρι τα γόνατα. Λυπάμαι αλλά τώρα θα σε πονέσω λίγο»
- «αααααααααα... σιγά! άκανθα πτέρνας, όπως υποπτεύθηκα;»
- «σχεδόν, αλλά αν κάνεις ακριβώς ό,τι σου πω θα τη γλιτώσεις πολύ φτηνά»
- «τι να κάνω; να κάνω ό,τι είναι να κάνω γιατρέ μου! α!»
- «κατ’ αρχάς να χάσεις βάρος!»
- «άλλο; σιγά λέμε!»
- «θα κάνεις τρεις φορές τη μέρα μία άσκηση με ένα μπαλάκι του τέννις, μία μ’ ένα μικρό μπουκάλι νερού που θα ’χεις στην κατάψυξη και μία στηριζόμενη στον τοίχο. Θα σου δείξω τις ασκήσεις μόλις σηκωθείς»
- «μπαλάκι, μπουκάλι, τοίχος, κατάλαβα... ααα!»
- «με το μπαλάκι, καθισμένη στο πάτωμα, θα κάνεις περίπου αυτό που κάνω εγώ τώρα»
- «δεν έρχεσαι καλύτερα σπίτι για λίγες μέρες;»
- «δεν είναι κακή ιδέα! επίσης, για δύο εβδομάδες όχι περπάτημα»
- «γυμναστήριο;»
- «αυτό τι ήταν; το ανέκδοτο της ημέρας;»
- «αααα! έλα φτάνει!»

Μόλις τελείωσε τα μαγικά του ο Λαμπρός μπόρεσα για λίγη ώρα και περπάτησα κανονικά, χωρίς να κουτσαίνω. Αργότερα όμως ο πόνος επανήλθε. Καβάλα στο scar εγώ (το βενζινοκίνητο άλογό μου) και με το mp-3 στ’ αυτιά όπως πάντα, σκεφτόμουν πως τοίχο στο σπίτι έχω, μικρό μπουκαλάκι με νερό βρίσκεται εύκολα, έμενε να βρω μπαλάκι του τέννις. Καθ’ οδόν απ’ την Καισαριανή που είναι το γραφείο του Λαμπρού μέχρι το σπίτι μου... σταμάτησα σε κάθε κατάστημα που έπειθε πως θα διέθετε μπαλάκι. Με αθλητικά είδη, με παιχνίδια, σε μεγάλα super-market... όπου κι αν ρώτησα, με κοιτούσαν οι άνθρωποι σα χάνοι. Λες και ζητούσα κάτι δύσκολο, κάτι εξωτικό. Στην τελευταία στάση αγανάκτησα. Ανέβηκα στο scar (πονούσε και το πόδι!), ξαναπάτησα το pause για να ακουστεί πάλι η μουσική απ’ το ραδιόφωνο και ξεκίνησα να συνεχίσω το δρόμο μου. Ραδιόφωνο είχα ν’ ακούσω βδομάδες, τώρα τελευταία άκουγα τα αποθηκευμένα τραγούδια.
- Α, ρε Θεέ, που θα το βρω αυτό το μπαλάκι, μου λες; σκέφτηκα κι άρχισα μετά να δίνω μεγαλύτερη προσοχή σε κάτι ασυναρτησίες που ακουγόντουσαν μαζί με μια μελωδία. Άκουγα απορημένη κάτι περίεργα, κάτι σαν «όλα στα μάτια μου φαντάζουνε πορνό... είσαι για μένα ο στρακαστρούκας μου... βάλε λαστιχένια οπίσθια...». Και στο τέλος ακούστηκε μια βαθιά αντρική φωνή «αγαπηθείτε! αγαπηθείτε! αγαπηθείτε! στα Jumbo!».

Ε βέβαια, στα Jumbo!
Φχαριστωωωώ...

Ενάμισι ευρώ το set των τριών τεμαχίων.
Οπότε, αν χρειάζεται κανείς δύο μπαλάκια... μπορεί να απευθυνθεί σε μένα.
Έχω περίσσευμα!



Μπορεί να το ’χασα Λαμπρέ προσωρινά, αλλά που θα πάει, θα το ξαναβρώ το μπαλάκι που εννοείς εσύ. Γιατί, δεν ξέρω πως μ’ έχεις κόψει, αλλά από μπαλάκια... δόξα τω Θεώ!

τσα!

Mordillo, τι άλλο;

μήπως διερωτάστε που πήγε το σχολικό μπλε φόντο αυτού του blog;
χα χα, καταργήθηκε!
τι να γίνει; πεθύμησα λίγη πολυχρωμία
ελπίζω να μην έχουμε πάλι γκρίνιες
"μπερδεμένο", "φλύαρο", "δε διαβάζει" κτλ.

dipyadip, με λαμβάνεις;

αφιερωμένο σε μένα!


ένα τραγούδι - πρωτομηνιάτικο δωράκι στον εαυτό μου
που διατηρεί σώας τας φρένας
ύστερα απ' το μακρύ χειμώνα που μόλις αντικαταστάθηκε

πως να πάω για ύπνο εγώ τώρα; μ' έχει πιάσει η άνοιξη!

ξέρεις τι σημαίνει να βρίσκεσαι ξαφνικά απ' το χειμερινό στο εαρινό εξάμηνο;
αχαχαχουχάχα!

κι ήταν πάντα... η άνοιξη!


Καλό κι αυτό!
Εγώ θέλησα πριν λίγο να σας βάλω εδώ την "άνοιξη" του αχτύπητου δίδυμου Κραουνάκη-Νικολακοπούλου, για να υποδεχτούμε την ομορφότερη εποχή του χρόνου μ' ένα απ' τα πιο τρυφερά τους τραγούδια.
Κάνω ως εκ τούτου, ό,τι ήταν να κάνω με το γνωστό τρόπο (που μεταξύ μας δεν έχει πιθανότητες λάθους!), πατάω το κουμπάκι της προεπισκόπησης, πατάω μετά και το κουμπάκι του video για να βεβαιωθώ πως παίζει πριν πατήσω "δημοσίευση" και πετιέμαι ως το μπάνιο, γιατί όση ώρα τα΄κανα αυτά βούρτσιζα συγχρόνως και τα δόντια μου.
Και καθώς είμαι σκυμμένη στο νιπτήρα, σταματάω κάποια στιγμή το βούρτσισμα απότομα...
Aπό μέσα ακουγόταν μεν να τραγουδάει η Πρωτοψάλτη, αλλά σ' έναν άλλο σκοπό, τελείως διαφορετικό από αυτόν της "άνοιξης"!
Σκούπισα αργά-αργά τα χέρια μου στην πετσέτα προσέχοντας τα λόγια του ουρανοκατέβατου τραγουδιού και επέστρεψα στο pc.
Έστιψα το μυαλό μου να βρω μια εξήγηση γι αυτό που είχε συμβεί αλλά δεν έβγαλα άκρη.
Ένα άγνωστο video βρέθηκε μυστηριωδώς στη θέση αυτού που εγώ διάλεξα...

Στο τέλος παράτησα τη λογική.
"Θα σου πάω κόντρα εγώ; όχι αγάπη μου", μουρμούρισα  κι έγραψα αυτό εδώ το σημείωμα, σβήνοντας το προηγούμενο, που είχε σχέση με το άλλο τραγούδι, καταλαβαίνετε.
Δε θες την "άνοιξη"; Θες τη "νύχτα"; Πολύ ωραία, λοιπόν.
Η νύχτα θα μπει! Μια χαρά τραγουδάκι είναι κι αυτό.
Κι άλλωστε, θυμάσαι ν' αγνόησα ποτέ τις παρεμβάσεις σου;

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε ο Μάρτης.
Φανταστείτε τώρα τη συνέχεια...