28.10.11

για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους...




Πολύς κόσμος πηγαίνει κάθε χρόνο τέτοια μέρα στην παρέλαση. Άλλος για να καμαρώσει το παιδί του να παρελαύνει, άλλος επειδή το αξίωμά του επιβάλλει την παρουσία του στην επετειακή εκδήλωση, άλλος για χάζι...

Δυστυχώς όμως, λίγοι σήμερα θυμούνται ποιος καθιέρωσε τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Ήταν βέβαια ο Ιωάννης Μεταξάς, αρχικά αξιωματικός του ελληνικού στρατού, στη συνέχεια πρωθυπουργός και τελικά δικτάτορας, την περίοδο 1936-1940.

Εις εκ των πρωταγωνιστών του περίφημου «εθνικού διχασμού», ο ιδιόρρυθμος αυτός οραματιστής, ανέλαβε την εξουσία πραξικοπηματικά, στις 4 Αυγούστου του 1936. Κι έτσι πολλοί τον κατηγορούν, μέχρι και σήμερα, πως αυτός θανάτωσε τότε τη Δημοκρατία.  

Αυτή όμως δεν είναι παρά η μισή αλήθεια. Διότι στα μέσα της δεκαετίας του ’30, σύσσωμος ο ελληνικός πολιτικός κόσμος –μηδέ του Βενιζέλου εξαιρουμένου!– είχε κατά νου το ένα ή το άλλο είδος δικτατορίας. Οι αστοί επεδίωκαν μία αστική δικτατορία και οι υπόλοιποι φαντασιώνονταν μία προλεταριακή.

«Αν συνέβαινε σήμερα (εν. η κατάλυση της Δημοκρατίας) θα ήταν μια τραγωδία, ο κόσμος ενδεχομένως θα έβγαινε στους δρόμους. Τότε, ήταν μια ανωμαλία σε σειρά ανωμαλιών που είχαν προηγηθεί και που είχαν υπονομεύσει τον κοινοβουλευτισμό», έχει εύστοχα παρατηρήσει ο ιστορικός Θάνος Βερέμης*.

Ο ορισμός της έννοιας «δικτατορία» συνίσταται, ως γνωστόν, στη συγχώνευση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Στην Ελλάδα της εποχής του Μεταξά όμως, η συνταγματική επιστήμη αποδεχόταν χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία αυτή την (παροδική υποτίθεται) πρακτική, δεδομένου του ότι τούτη ήταν λιγότερο περιοριστική συγκριτικά με άλλες πρακτικές, υιοθετημένες από ευρωπαϊκές χώρες με μακρά κοινοβουλευτική παράδοση.

Ο ίδιος ο Βενιζέλος, άλλωστε, ήταν εκείνος που τον Μάιο του 1932 πρότεινε ειδική τροπολογία (ειδικότερα, την επί λέξει εισαγωγή στο σύνταγμα της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης, δηλαδή την ενσωμάτωση στον ελληνικό νόμο μέρους του γερμανικού, το οποίο συνέβαλλε στην αδρανοποίηση του γερμανικού κοινοβουλίου και ευνόησε αργότερα την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία) για την πρόβλεψη εκχώρησης έκτακτων εκτεταμένων εξουσιών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Και βέβαια ο Βενιζέλος ήταν που, ως πρωθυπουργός το διάστημα 1928-1932, μετέβη στη Ρώμη για να υπογράψει το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας με τον ήδη τότε δικτάτορα Μουσολίνι, στην προστασία του οποίου και κατέφυγε αμέσως μετά την αποτυχία του πραξικοπήματός του της 1ης Μαρτίου 1935, το οποίο απέβλεπε – που αλλού;– στην εγκαθίδρυση δικτατορικού καθεστώτος.

Η δικτατορία Μεταξά έχει ορθώς χαρακτηριστεί ως «μια αυθαίρετη επαναφορά της μοναρχίας, μέσω της σταδιακής επιβολής ενός αυταρχικού καθεστώτος, στη βάση των φασιστικών προτύπων, που ωστόσο ουδέποτε κατόρθωσε να αποκτήσει τα αναγκαία ερείσματα για να ριζώσει, για πλείστους λόγους, με κυριότερο τον ανταγωνισμό των κυρίαρχων τάξεων της χώρας, τις οποίες είναι προφανές πως εκπροσωπούσαν ένας φιλοβρετανός βασιλιάς κι ένας φιλογερμανός άνδρας με ισχυρή προσωπικότητα»**.

Παρ’ όλα αυτά, η δικτατορία Μεταξά ήταν η μακροβιότερη του μεσοπολέμου. Γιατί; Αρχικά, οι κυριότεροι πολιτικοί αρχηγοί της περιόδου («Φιλελεύθεροι», «Προοδευτικοί», «Λαϊκοί», «Εργατο-αγροτικοί») έδωσαν ψήφο ανοχής στον Μεταξά και όταν κηρύχτηκε η δικτατορία δεν αντέδρασαν διόλου.
 
Επιπλέον, η πολιτική του Μεταξά ευνοούσε τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή των αστών. Ύστερα, στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης την εποχή εκείνη είχαν επικρατήσει παρόμοια αυταρχικά καθεστώτα, ενώ στο εσωτερικό της χώρας τα μέσα στήριξης οποιασδήποτε αντίδρασης ήταν ισχνά έως ανύπαρκτα. Άλλος καταλυτικός παράγοντας που παρέτεινε την παραμονή του Μεταξά στην εξουσία ήταν το ότι στη διάρκεια της δικτατορίας του έφυγαν από τη ζωή οι σημαντικότεροι πολιτικοί ηγέτες (Βενιζέλος, Δεμερτζής, Μιχαλακόπουλος, Παπαναστασίου, Τσαλδάρης).

Ο βασικός όμως, κατ’ εμέ, λόγος που επέτρεψε στον Μεταξά να συμπληρώσει μία τετραετία διακυβέρνησης ήταν πως εκείνος με σοφία άμβλυνε την κοινωνική αντίδραση. Εξ αιτίας του ναι μεν ο πολίτης καταπιεζόταν, λογοκρινόταν, στερούταν το δικαίωμα της απεργίας και των δημόσιων συγκεντρώσεων κι αν ήταν κομμουνιστής ενίοτε φυλακιζόταν, βασανιζόταν ή εξοριζόταν. Στα χρόνια όμως που παρέμεινε στην εξουσία ο Μεταξάς, επίσης μειώθηκε θεαματικά η ανεργία, ιδρύθηκε το ΙΚΑ και διάφορες συντεχνιακές δομές και τελικά όσοι  δεν αντιτάσσονταν ενεργά στον δικτάτορα, απολάμβαναν σταθερότητα και κοινωνική γαλήνη. 

Αξίζει να σημειωθεί πως ο «Γιάννος» του μπαμπά του, ο «Γιαννάκης» για τη βασίλισσα Σοφία και για τη σύζυγό του Λέλα, ο «μικρός Moltke» για τους συμφοιτητές του στη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου, ο «Μπάρμπα-Γιάννης» αργότερα για τον λαό, αυτός ο αριστοκράτης που γεννήθηκε στη φτώχεια, που υπήρξε στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και που σχεδόν λάτρευε τον Κωνσταντίνο, ουδέποτε υπήρξε δημοκράτης. Ποτέ δεν έκρυψε πως ήταν βασιλικώτερος του βασιλέως. Και σ' ολόκληρη τη ζωή του, δεν απέκλινε από τις ιδέες του ούτε για μια στιγμή.

Το πολίτευμα του Μεταξά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «συντηρητικός αυταρχικός εθνικισμός», αλλά όχι και φασισμός. Δεν είναι τυχαίο που οκτώ κεντρικές οδοί σε συνοικίες της πρωτεύουσας φέρουν σήμερα το όνομα του τέως δικτάτορα. Ενώ, δεν υπάρχει ούτε αδιέξοδος στην πόλη με το όνομα π.χ. «Γ. Παπαδόπουλος».

Ο Μεταξάς βέβαια εξορίστηκε και καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές  «εις θάνατον» από τον Βενιζέλο, μία το 1920 και μία το 1923. Και τα αίτια του θανάτου του παραμένουν αδιευκρίνιστα. Κάποιοι, εικάζουν πως απλώς είχε έρθει η ώρα για την Αγγλία να ξεφορτωθεί τον δικτάτορα.

Το σίγουρο είναι πως ο αμφιλεγόμενος Μεταξάς, ακριβώς εβδομήντα ένα χρόνια πίσω, αρνούμενος τη νύχτα εκείνη το φασιστικό ιταλικό τελεσίγραφο, έκλεισε έναν παλιό αιματηρό κύκλο. Ο βασικός πρωταγωνιστής του εθνικού διχασμού, αξιώθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940 να απαλλάξει τον τόπο απ’ την κατάρα της διχόνοιας. Οι Έλληνες, εν όψει της εξωτερικής απειλής, επιτέλους ενώθηκαν. Αυτό και γιορτάζουμε κυρίως σ’ αυτήν την επέτειο. Θυμόμαστε κάθε φορά πως γλιτώσαμε απ’ το μίσος που κατάτρωγε για χρόνια τα σπλάχνα της πατρίδας. Τη στιγμή που ο Μεταξάς βροντοφώναξε το ηρωικό «ΌΧΙ» ξεψύχησε ο εθνικός διχασμός. «Το έθνος σύσσωμον!», είπε ο Μεταξάς μιλώντας στον λαό του.  Όπερ και εγένετο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, μιλώντας προ ετών στην εκπομπή «Φάκελοι» του Αλέξη Παπαχελά, είχε πει: «Ο Μεταξάς ήταν πολύ τυχερός, διότι συνέδεσε το όνομά του με το «ΌΧΙ», συνέδεσε το όνομά του με τη νίκη τη μοναδική του ελληνικού στρατού στην Αλβανία και πέθανε σε κορύφωση νίκης. Έγιναν μνημόσυνα σε διάφορες εκκλησίες, εμείς πήγαμε σε μια εκκλησία στην Τρίπολη. Την ώρα του μνημόσυνου ο κόσμος έκλαιγε τόσο γοερά ώστε άκουγες από τη μια εκκλησία στην άλλη τα κλάματα... έκλαιγε όλη η πόλις για τον Μεταξά!».  

Κι εμείς όμως έχουμε λόγους να κλαίμε σήμερα, μέρα της εθνικής επετείου. Γιατί, αν βγει κανείς και ρωτήσει τους μαζεμένους έξω απ΄ τη Βουλή «τι συμβολίζουν, ρε παιδιά, οι λευκές και κυανές γραμμές της γαλανόλευκης;», θα βρεθούν κάμποσοι που δε θα ξέρουν την απάντηση.  «Ελευθερία ή θάνατος!», αυτό λέει η σημαία μας. Όσοι το αγνοούν είναι ευτυχείς. Οι υπόλοιποι θρηνούμε γοερά...

* «Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αιώνα», τόμος β΄, σ. 173
** Νίκος Αλιβιζάτος, «Οι Πολιτικοί Θεσμοί σε Κρίση» σ. 35