Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Voice. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Voice. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.12.13

κι άλλο, Γιώργο, κι άλλο!!!

Γιώργος Παυριανός & sisters, 1965


Τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής μου

Παραμονή Χριστουγέννων του 1965, σε μια γειτονιά της Πάτρας, σηκώθηκα μόλις ξημέρωσε, έφαγα βιαστικά το πρωινό μου («τριψάνα» το λέγαμε, ζεστό γάλα με μπόλικη ζάχαρη και ξεροκόμματα κομμένα σε κύβους σαν αντίδωρο), ντύθηκα ζεστά, πήρα το τρίγωνο και ένα άδειο κονσερβοκούτι από πελτέ ΚΥΚΝΟΣ και πήγα δίπλα στους γείτονές μας να ξυπνήσω το φίλο μου τον Νίκο. Είμαι 10 χρονών, πηγαίνω στην Γ΄ Δημοτικού και μετά από κλάματα και παρακάλια οι γονείς μου με αφήνουν να πάω να πω τα κάλαντα στη γειτονιά, άντε και στη διπλανή που μένουν συγγενείς μας. Έχω δει σε μια βιτρίνα ένα «διαστημικό» όπλο που του βάζεις μια τσακμακόπετρα και όταν πατάς τη σκανδάλη βγάζει σπίθες, σαν κι αυτά που έχουν οι αστροναύτες στο «Lost in Space», στην τηλεόραση. Το θέλω πολύ αυτό το όπλο, στοιχίζει 30 δραχμές και ο μόνος τρόπος για να το αποκτήσω είναι να μαζέψω χαρτζιλίκι από τα κάλαντα. Ο Νίκος είναι κι αυτός πανέτοιμος, με το τριγωνάκι του και ένα άδειο μεταλλικό κουτί από μπισκότα πτι-μπερ Παπαδοπούλου για να βάλουμε μέσα τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που θα μας πρόσφεραν. Η εντολή από τους γονείς μας είναι αυστηρή: «Δεν θα φάτε τίποτα από αυτά που θα σας προσφέρουν!». Εκείνη την εποχή πολλές αφηρημένες νοικοκυρές μπέρδευαν τη ζάχαρη άχνη με το παραθείο που είχαν για τα ποντίκια, με αποτέλεσμα να έχουν ξεκληριστεί ολόκληρες οικογένειες. «Θα τα βάλετε όλα στο κουτί, θα τα φέρετε στο σπίτι και εμείς θα σας πούμε τι θα φάτε!» μας είπαν οι μανάδες μας. Μεταξύ μας, δεν ήταν τόσο ο φόβος του παραθείου, αλλά η περιέργεια να δούνε πώς είχαν φτιάξει τα γλυκά άλλες νοικοκυρές.

Ξεκινήσαμε από τη γειτονιά μας. Ήταν νωρίς ακόμη και έτσι στην ερώτηση «να τα πούμε;» κανείς δεν μας απάντησε «τα είπαν άλλοι». Είμαστε οι πρώτοι και καλύτεροι. Είχαμε κάνει πρόβες και λέγαμε όλα τα κάλαντα, όχι μόνο το «Καλήν ημέραν άρχοντες», αλλά και το «Χριστός γεννάται σήμερον», «Εν τω σπηλαίω κείτεται», «Εκ της Περσίας έρχονται», «Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι» και τελειώνουμε με το «σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει!»

Γρήγορα κατάλαβα ότι έπρεπε να γίνουν μερικές αλλαγές. Κατ’ αρχάς το κονσερβοκούτι με εμπόδιζε να χτυπάω το τρίγωνο. Με ένα καρφί άνοιξα τρύπες από τις δυο πλευρές και με μια κλωστή το κρέμασα στο λαιμό μου σαν τους ζητιάνους. Το ίδιο έκανα και με το κουτί του Νίκου. Έτσι τα χέρια μας ήταν ελεύθερα. Μετά παρατήρησα ότι οι περισσότερες νοικοκυρές, επειδή ήταν πολύ πρωί και ήταν αγουροξυπνημένες, μετά το «Χριστός γεννάται» μας σταμάταγαν, μας έδιναν το φιλοδώρημα, μας έλεγαν «και του χρόνου» και έκλειναν την πόρτα. Έκοψα λοιπόν τους στίχους και λέγαμε μόνο το «Καλήν ημέραν άρχοντες», το «Χριστός γεννάται» και το «σ’ αυτό το σπίτι…» Στο τελευταίο μάλιστα, επειδή μας άνοιγαν μόνο γυναίκες, έκανα μια αλλαγή: «Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού με τη νοικοκυρά να ζήσει!» Τα φιλοδωρήματα αμέσως αυξήθηκαν και από δεκάρες και πενηνταράκια έγιναν δραχμές και δίφραγκα!

Τελειώσαμε με τη δική μας γειτονιά, πήγαμε και στη διπλανή, αλλά τα έσοδα ήταν ελάχιστα. Οι περισσότεροι ήταν φτωχοί άνθρωποι, εργάτες στο εργοστάσιο χαρτοποιίας του Λαδόπουλου, μέτραγαν και την τελευταία δεκάρα. Έπρεπε να βρεθεί κάτι πιο αποτελεσματικό. «Θα πάμε να πούμε τα κάλαντα στη βίλα του Λαδόπουλου!» μου ήρθε η φαεινή ιδέα.

Ήταν μια τεράστια βίλα, περιτριγυρισμένη από κάγκελα, με φύλακες και σκυλιά. Κανείς δεν τολμούσε να πάει εκεί. «Μα πώς θα μπούμε μέσα; Θα μας φάνε τα σκυλιά!» μου λέει τρομαγμένος ο Νίκος. «Θα χτυπήσουμε το κουδούνι». Πάμε, χτυπάμε το κουδούνι, στην είσοδο μετά από λίγο έρχεται ένας φύλακας. «Τι θέλετε;» «Να πούμε τα κάλαντα στον κύριο Λαδόπουλο». Μας κοιτάει από πάνω ως κάτω, «περιμένετε να δω αν έχει ξυπνήσει», μας λέει, φεύγει, ξανάρχεται, μας ανοίγει τη βαριά καγκελόπορτα, τα σκυλιά αρχίζουν να γαβγίζουν σαν λυσσασμένα, ένα από αυτά ξεφεύγει από τα χέρια του φύλακα, ορμάει, με δαγκώνει στο πόδι και μου σκίζει το παντελόνι! «Αζόρ, κάτω! κάτω!» λέει ο φύλακας, ο σκύλος μαζεύεται, αλλά το κακό έχει γίνει. Το καλό μου παντελόνι είναι σκισμένο! «Στο είπα, θα μας φάνε τα σκυλιά» μουρμουρίζει ο Νίκος. Ο φύλακας μας οδηγεί στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στο σαλόνι υπάρχει ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, με χρυσές και ασημένιες μπάλες, ένα αστέρι στην κορυφή και φωτάκια που αναβοσβήνουν. Το κοιτάμε σαν χαζοί. Στο σπίτι μας αντί για μπάλες βάφαμε κυπαρισσόμηλα με χρυσομπογιά, πολλές φορές κρεμούσαμε και τενεκεδάκια από εβαπορέ ΝΟΥΝΟΥ. Κοντοστεκόμαστε στο σαλόνι νομίζοντας ότι θα πούμε εκεί τα κάλαντα, αλλά ο φύλακας μας κάνει νόημα «από δω, στην κρεβατοκάμαρα» λέει, και μας οδηγεί στον επάνω όροφο. Πάνω στο κρεβάτι είναι ο Λαδόπουλος, με τις μπλε πιζάμες του και χαμογελάει, «όχι μόνο θα μας φάνε τα σκυλιά, αλλά θα μας γαμήσουν κιόλας» μου ψιθυρίζει στο αυτί ο Νίκος. «Ο Αζόρ έσκισε το παντελόνι του μικρού», λέει ο φύλακας και δείχνει εμένα. «Μη στεναχωριέσαι, θα σου δώσουμε ένα άλλο», μου λέει χαμογελαστός ο Λαδόπουλος και προτού να τελειώσει τη φράση του, μπαίνουν από το διπλανό δωμάτιο τα παιδιά του, ένα αγόρι και ένα κορίτσι στην ηλικία μας, με τα νυχτικά τους. Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι, αγκαλιάζουν τον πατέρα τους, «και τώρα πείτε μας τα κάλαντα!», λέει αυτός πανευτυχής. Εννοείται ότι είπαμε όλα τα κάλαντα και επειδή δεν εμφανίστηκε η γυναίκα του στο τέλος δεν κάναμε προσθήκες στο «νοικοκύρη του σπιτιού», το αφήσαμε έτσι όπως είναι στο πρωτότυπο. Ο Λαδόπουλος μας έδωσε 50 (!) δραχμές στον καθένα, σε μένα ένα κοτλέ παντελόνι και στον Νίκο ένα μάλλινο πουλόβερ. «Να πάτε να πείτε τα κάλαντα και στους Γερμανούς» μας συμβούλεψε και ο φύλακας μας οδήγησε στην έξοδο. Ο Αζόρ, δεμένος πια, γρύλιζε παραπονεμένος.

Οι «Γερμανοί» ήταν τεχνικοί που είχε φέρει ο Λαδόπουλος για το εργοστάσιό του. Τους είχε φτιάξει μια ολόκληρη γειτονιά με ωραία άνετα σπίτια και έμεναν εκεί με τις οικογένειές τους. Δεν λέγαμε ποτέ τα κάλαντα σ’ αυτούς γιατί στο κατηχητικό μάς είχαν πει πως δεν είναι Χριστιανοί και άμα πηγαίναμε στη γειτονιά τους θα μας έπιαναν και θα μας εκτελούσαν, όπως στην Κατοχή. Θα μπορούσα να σταματήσω, ο στόχος να βρω 30 δραχμές είχε επιτευχθεί και με το παραπάνω, αλλά η περιέργεια είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Έπεισα και τον Νίκο και πήγαμε.

Ήταν σαν σκηνικό χριστουγεννιάτικης ταινίας. Όλα τα σπίτια φωτισμένα, παρ’ όλο που ήταν πρωί, έξω στις αυλές φάτνες με αγαλματάκια του Χριστού, της Παναγίας, του Ιωσήφ, των Μάγων, ψεύτικο χιόνι στα παράθυρα και στις πόρτες, μυρωδιές από φαγητά και γλυκά, κοκκινομάγουλα παιδιά να παίζουν στο δρόμο, χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κλασική μουσική, τροφαντές Γερμανίδες μανάδες και πανύψηλοι πατεράδες να μιλούν μια άγνωστη γλώσσα και στη μέση εμείς, με τα τενεκεδάκια κρεμασμένα στο λαιμό μας και τα τρίγωνα στα χέρια μας να θέλουμε να πούμε τα κάλαντα σ’ αυτούς που δεν είναι Χριστιανοί και θα μας πιάσουν να μας εκτελέσουν, όπως στην Κατοχή.

Στο πρώτο σπίτι που χτυπήσαμε η ξανθιά Γερμανίδα, αφού άκουσε τα κάλαντα με προσοχή, μας ρώτησε: «Και τώρα εγκώ τι πρέπει να κάνει;». Της έδειξα την κονσέρβα ΚΥΚΝΟΣ που είχα κρεμάσει στο λαιμό μου. «Τέλει λεφτά;» ρώτησε για να σιγουρευτεί. «Πόσα;» Πριν προλάβω να απαντήσω, πετάγεται ο Νίκος «Ντέκα ντραχμές!» της λέει με άψογα γερμανικά. Η Γερμανίδα έριξε το 10ρικο στο κουτί, ευχήθηκε «Κρόνια Πολλά» και ξαναγύρισε στο στρούντελ της.

Η γειτονιά των Γερμανών είχε 50 σπίτια επί «ντέκα ντραχμές» βγάλαμε ένα ωραιότατο 500άρικο και επειδή είχαμε πια απομακρυνθεί αρκετά από την περιοχή μας συνεχίσαμε να λέμε τα κάλαντα και μέσα στην πόλη. Πήγαμε σε συνοικίες που δεν τις γνωρίζαμε, μπήκαμε σε πλουσιόσπιτα και φτωχοκαλύβες, είδαμε γέρους και γριές κατάκοιτους να βγάζουν κάτω από το μαξιλάρι το κομπόδεμά τους, να το λύνουν και να μας δίνουν εκείνα τα ωραία, ασημένια 200άρικα με το δελφίνι. Σε μερικά σπίτια μάς φώναζαν! «Καλέ, ελάτε να τα πείτε και σε εμάς», σε άλλα μας έδιωχναν «Τώωωωωρα; Μας τα είπαν άλλοι!». Μια γυναίκα ανύπαντρη, γεροντοκόρη, μας ζήτησε να πούμε «Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού να ’ρθει να σε ζητήσει». Μια άλλη, δασκάλα, μας διόρθωσε «όχι εν τω σπηλαίω κείτεται, το σωστό είναι εν τω σπηλαίω τίκτεται». Ένας παππούς μάς ρώτησε αν ξέρουμε τα Ποντιακά κάλαντα και όταν του είπαμε «όχι» άρχισε να τα τραγουδάει μόνος του. Μια κυρία μάς παρακάλεσε να πάμε να φέρουμε μια πίτα από το φούρνο και όταν της την πήγαμε επέμεινε να κάτσουμε να φάμε. Είχε φτάσει πια μεσημέρι και εμείς συνεχίζαμε. Δεν ήταν μόνο για το κέρδος, καταλάβαμε ότι υπήρχαν άνθρωποι μονάχοι που αν δεν τους λέγαμε εμείς τα κάλαντα δεν θα τους τα έλεγε κανείς. Έτσι πήγαμε σε αστυνομικά τμήματα, στο νοσοκομείο, στο άσυλο ανιάτων, στο γηροκομείο. Μέσα σε μια μέρα είδα και έζησα πράγματα που δεν φανταζόμουν ότι υπάρχουν.

Γύρισα σπίτι στις 3, έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο από τη μάνα μου που είχε τρελαθεί από την αγωνία της. Πήγε να με αρχίσει πάλι τις σφαλιάρες όταν είδε το σκισμένο παντελόνι και ηρέμησε μόνο όταν άδειασα το τενεκεδάκι με το μικρό μου θησαυρό, κι όταν της έδειξα το παντελόνι που μου είχε δώσει ο Λαδόπουλος.

Με τον Νίκο μοιράσαμε τα λεφτά και πήρε ο καθένας μας από 732 δραχμές, ποσό μυθικό για εκείνη την εποχή. Το ίδιο απόγευμα πήγαμε στην αγορά, πήρα το «διαστημικό» μου όπλο, αγόρασα ένα καροτσάκι για τη μικρή μου αδελφή, ένα λευκό καλσόν για τη μεγάλη και τα υπόλοιπα λεφτά τα έδωσα στη μάνα μου να τα φυλάξει. Την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, ντυθήκαμε, σενιαριστήκαμε, ανεβήκαμε στα Ψηλά Αλώνια και βγάλαμε μια φωτογραφία. Αυτή τη φωτογραφία ανακάλυψα και στην αφιερώνω μαζί με τις ευχές μου, αυτά τα Χριστούγεννα να είναι τα ωραιότερα της ζωής σου.
*******
Το κείμενο που προηγήθηκε, προφανώς δεν είναι δικό μου (εγώ γεννήθηκα πολύ μετά το 1965, όλα κι όλα!). Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice πριν λίγες μέρες, συγκεκριμένα στις 18 Δεκεμβρίου. Και το έγραψε ο Γιώργος Παυριανός, που λέει στο βιογραφικό του πως ήρθε σ’ αυτόν τον κόσμο τον Ιούνιο του 1965.

Τώρα, πως γίνεται κι έξι μήνες αργότερα ήταν ήδη δέκα ετών, στην αγορά τότε κυκλοφορούσαν ασημένια διακοσάρικα, και εκείνος ονειρευόταν να αποκτήσει ένα πλαστικό όπλο που κόστιζε τριάντα δραχμές, το οποίο το ήξερε από μια σειρά που προβλήθηκε πρώτη φορά την ίδια χρονιά στην αμερικανική τηλεόραση… μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να μας το εξηγήσει.

Δεν πειράζει όμως, όσων χρόνων κι αν είναι στην πραγματικότητα ο Γιώργος κι όσο κι αν τα θυμάται μπερδεμένα. Αρκεί που μας χάρισε αυτή τη θαυμάσια ιστορία. Άλλωστε, είναι άσκοπο να προσπαθήσει κανείς να πειθαρχήσει μυαλά σαν του Γιώργου. Δεν είναι τυχαίο πως υπήρξε άριστος μαθητής, που μπήκε υπότροφος στο Πάντειο, απ’ όπου όμως δεν αποφοίτησε ποτέ.

Και ξέρω από πολλές άλλες περιπτώσεις τέτοιων χαρισματικών συγγραφέων, ότι οι απείθαρχες φύσεις (αυτές που τα τετριμμένα ούτε τα μπορούν, ούτε τα θέλουν), διαθέτουν υπερτροφική φαντασία και ξέχειλο συναίσθημα. Το πνεύμα τους όμως, δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσεις να το υποτάξεις σε κανόνες. Θα χάσεις τον χρόνο σου. Το μόνο που μπορείς, είναι να τους ζητήσεις επιμόνως να διαβάσεις κι άλλες δικές τους ιστορίες.   

Από μένα... καλά Χριστούγεννα σε όλους!!! (απείθαρχους και μη)
 

17.11.13

λόγω της ημέρας II



Επειδή διάφοροι, προωθώντας καθείς τα δικά του προσωπικά συμφέροντα, κάνουν σήμερα μια ύστατη, ανέλπιδη και (επιεικώς χαρακτηρίζοντάς την) γραφική προσπάθεια παραλληλισμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973 με το φετινό εθνικό ρεζιλίκι μας (ειδικά, και όχι γενικά) ως προς την ΕΡΤ, αποφάσισα να σχολιάσω ένα καυστικό σχετικό άρθρο, υπογεγραμμένο από τη δημοσιογράφο Τέτα Παπαδοπούλου, το οποίο δημοσιεύτηκε χθες, παραμονή της επετείου, στην Athens Voice, με τίτλο: Ο Ιονέσκο στη Μεσογείων 


«Εξάλλου, έχουμε μόνοι μας διαφημίσει επαρκώς στο εξωτερικό τα συντεχνιακά μας ήθη και λοιπά αγωνιστικά καραγκιοζιλίκια. Δεν χρειάζεται περισσότερο ρεζιλίκι.» 

Συμφωνώ.
 

«Οι «αγωνιστές» καταληψίες της ΕΡΤ ουσιαστικά δεν διαπραγματεύονταν, δεν επεδίωκαν κάποια συμφωνία και συνεννόηση.» 

Αληθές. 

«Με την κατάληψη του Ραδιομεγάρου ήθελαν βέβαια να υπερασπιστούν (εξόδοις των πολιτών εννοείται) το φέουδο και τα προνόμιά τους.» 

Προφανές. Η κατάληψη όμως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως συνιστά αποτελεσματικότατη μορφή πολιτικής δράσης (συνηθέστερα, αλλά και εν προκειμένω, αντίδρασης). Το Πολυτεχνείο του ’73 όπως όλοι ξέρουμε, είχε καταληφθεί. Και η κατάληψη του Ραδιομεγάρου φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσε, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να είχε επίσης σηματοδοτήσει μια μεγάλη ανατροπή. Οι συνθήκες δεν υπήρχαν. Η αφορμή υπήρχε. Ομοίως κι οι αιτίες. 

«Οι εν λόγω «αγωνιστές» καταληψίες ήταν η προέκταση, στην κυριολεξία το παραμάγαζο, κομματικών μηχανισμών.» 

Είναι θλιβερό, όμως οι περιπτώσεις ιδεολόγων στην Ελλάδα, που μάχονται ενάντια στις κοινωνικές αδικίες χωρίς άμεσα εξαργυρώσιμο ίδιον όφελος, είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Αντίστοιχα, οι περιπτώσεις εκείνων που δραστηριοποιούνται πολιτικά χωρίς είναι να είναι βαμμένοι από κορφής έως ονύχων με το χρώμα κάποιου κόμματος, δεν είναι παρά ελάχιστες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως δεκαετίες τώρα, ήδη από τα Λύκεια, οι πιο ενεργοί μαθητές διδάσκονται, παράλληλα με τα μαθήματά τους, αυτό που θα εμπεδώσουν πλήρως αργότερα, στα Πανεπιστήμια, πως «πολιτικό ον είναι μόνο όποιος ενστερνίζεται πλήρως τις αρχές του τάδε ή δείνα κόμματος». Ολότελα σφαλερή πεποίθηση βεβαίως και επιπλέον επιζήμια όσο λίγες. Ωστόσο, αυτή την πραγματικότητα βιώνουμε. Είναι άρα άστοχη η επισήμανση της υπογράφουσας, πως η κατάληψη της ΕΡΤ επί της ουσίας ήταν «παραμάγαζο κομματικών μηχανισμών». Όσο άστοχο θα ήταν αν παλιά, στεκόταν κάποιος σ’ ένα σανατόριο, κι έχοντας ολόγυρά του φθισικούς, έξαφνα έδειχνε έναν τυχαία με το δάχτυλο, λέγοντας πως αυτός ο συγκεκριμένος ασθενής πάσχει από φθίση.   

«Υπάρχει στη χώρα μας μια παράταξη που διαπερνά τα κόμματα· παράταξη του παραλογισμού. Εκτός από τον διάχυτο παραλογισμό, δοθείσης ευκαιρίας πουλάμε και τρέλλα. Τα πάνω κάτω. Έτσι, π.χ., η κατάληψη ενός νευραλγικής σημασίας δημοσίου κτιρίου είναι «αναφαίρετο δικαίωμα» των εργαζομένων, αλλά η εκκένωσή του παρουσία εισαγγελέα αποτελεί πράξη «άγριας καταστολής». 

Δε θα σταθώ στις πολιτικές πεποιθήσεις της Τέτας Παπαδοπούλου. Επισημαίνω όμως πως έχει φοιτήσει στη Νομική Αθηνών. Και φαντάζομαι πως ισχύει και στην περίπτωσή της ό,τι ισχύει συχνότατα με ανθρώπους που έχουν σπουδάσει νομικά, έχει δηλαδή καλλιεργηθεί μέσα της περισσότερο απ’ ό,τι στους υπόλοιπους, ο θαυμασμός για τον Νόμο, που εν μέρει μόνο συμβαδίζει (ο θαυμασμός) με την αξιωματική παραδοχή του ότι ο Νόμος συμπίπτει με το δίκαιο και το αγαθό. Αμέτρητες φορές έχει τύχει να κουβεντιάσω με απόφοιτους νομικών σχολών και σχεδόν πάντα διακρίνω μια ανεπαίσθητη ακαμψία στη σκέψη, ακαμψία τελείως ανεξάρτητη από την οξυδέρκειά τους φυσικά, αναφέρομαι απλώς στην ασφάλεια που, παρατηρώντας τους προσεκτικά, επιβεβαιώνω κάθε φορά πως νιώθουν αυτοί όλοι, εξαιτίας της λίγο πιο στενής σχέσης που έχουν, συγκριτικά με τους επαγγελματίες άλλων τομέων, με τον Νόμο. Ψυχαναλυτικά θέτοντάς το, θα τολμούσα να πω, πως πρόκειται για ένα είδος προσκόλλησης. Γιατί τόσοι πολλοί νέοι ελκύονται από τις νομικές σπουδές; Σπουδές ασύλληπτα βαρετές κατ’ εμέ, μονότονες κι ακόμα χειρότερα, δύσκολες πολύ. Οι αποδοχές και το κύρος ενός φτασμένου νομικού, είναι οπωσδήποτε ένα δέλεαρ. Νομίζω όμως πως το ζήτημα δεν είναι πρακτικό. Πιστεύω πως προσεγγίζοντας τον Νόμο, νιώθουν ασφαλείς, σαν να πρόκειται μέσω της συνεχούς τριβής τους με αυτόν, να καρπωθούν κι ένα μέρος της δικής του δύναμης. Στα μάτια των νομικάριων, όπως τους λέμε χαϊδευτικά εμείς των άλλων σχολών, σιγοκαίει μια φλόγα παράξενη, μια αλλόκοτη χαρά, μια προσμονή. Φαίνεται μια περίεργη ικανοποίηση, που μάλλον προκύπτει καθώς εντρυφά κανείς στο μεδούλι των θεσμοθετημένων απαγορεύσεων, πως όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο Νόμος εν τέλει, όχι μόνο έχει apriori δίκιο, αλλά έχει και τη δύναμη να το επιβάλλει. Παρατηρήστε την επόμενη φορά που θα τύχει να μιλήσετε με δικηγόρο ή κανέναν απ’ τα άλλα επαγγέλματα του σιναφιού, την έκφρασή του καθώς θα προφέρει λέξεις της δουλειάς του, π.χ. τη λέξη «εισαγγελέας». Και θα με θυμηθείτε τότε, θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι την κεκαλυμμένη έπαρση του συνομιλητή σας. Η ανάταση που θα αισθανθεί και με κόπο θα συγκρατήσει ώστε να μη φανεί αντιπαθής, προκύπτει επειδή είναι λειτουργός του Νόμου. Δηλαδή τι; Τσιράκι του Καλού-Κακού. Τούτοι δεν είναι τσιράκια του Καλού μόνο, γι αυτούς υπάρχουν οι σχολές Θεολογίας (που κι ο Θεός, ως γνωστόν, καθότι ο Μέγας Νομοθέτης, δεν πλασάρεται απ’ τους εκπροσώπους του ως μόνο καλός, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο). Η έξαψη των νομικάριων πηγάζει από την «κακή» πλευρά του Νόμου, όχι από την «καλή», υποθέτω πως είναι ολοφάνερο το γιατί. Αν μάλιστα σας έχει τύχει παλαιότερα να μιλήσετε με τίποτα μπράβους, θα δείτε ομοιότητες στις συσπάσεις του προσώπου, που θα σας σαστίσουν. Στα λόγια εννοείται πως υπάρχει μεγάλη διαφορά. Οι μεν δεν ξέρουν να μιλούν ωραία, όπως οι δε. Το χάρισμα που αυτοί διαθέτουν σε αντιστάθμισμα της ευφράδειας των άλλων, είναι η «τρέλλα», που αναφέρει το άρθρο για το οποίο γράφω τώρα. Ο Νόμος δε σκαμπάζει από τρέλα, αυτή του είναι τελείως άγνωστη, συν του ότι τη μισεί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. Γιατί βεβαίως η τρέλα τον ακυρώνει, τρέλα σημαίνει πως γράφω τον Νόμο στα παλιά μου τα παπούτσια. Αυτή φυσικά ήταν μια μεγάλη παρένθεση καθαρής φλυαρίας. Η οποία θα κλείσει πάραυτα, χωρίς να θέλω πια να γράψω κάτι πιο άμεσο, αναφορικά με τις φράσεις της κας Παπαδοπούλου, που μόλις προηγήθηκαν. 

«Πολλά έχουν ειπωθεί για το περιβόητο «μαύρο» που έπεσε με το κλείσιμο της ΕΡΤ. Λίγα όμως για το πρόγραμμα που όλο αυτό το διάστημα προσέφεραν οι καταληψίες. Από τα μικρόφωνα της υπό κατάληψη ΕΡΤ ακούστηκαν απίστευτα πράγματα. Εκτός τόπου και χρόνου. Ακραία μονομέρεια, δηλαδή ποια μονομέρεια; Μία και μοναδική «αλήθεια» πασπαλισμένη με λαϊκισμό.» 

Το ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι το «μαύρο» που έπεσε, αυτό καθ’ εαυτό. Εκτός κι αν έχουμε πάλι λόγους να χαζεύουμε το δέντρο, αγνοώντας το δάσος. Και εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δεν είναι η κατάληψη που ακολούθησε το «μαύρο», το ζήτημα είναι που ο ελληνικός λαός δέχθηκε το μαύρο και μάλιστα μια μερίδα του το δέχθηκε με χαρά. Η ΕΡΤ για τον καθένα ήταν κάτι διαφορετικό. Για άλλον ήταν το μεροκάματο, για άλλον η κότα με τα χρυσά αυγά, για άλλον ένα ανεπιθύμητο έξοδο, για άλλον ένα κανάλι ντεμοντέ… κι οι ερμηνείες δεν έχουν τελειωμό. Για μένα ήταν –το έχω πει αυτό ξανά και ξανά, το λέω και τώρα και θα το ξαναπώ ο Θεός ξέρεις πόσες φορές ακόμα–  ένα ζήτημα εθνικό, έγινε το διακύβευμα της ίδιας της Δημοκρατίας. Δεν αφορούσε τους εργαζομένους της μόνο, αφορούσε κάθε Έλληνα ξεχωριστά. Μας αφορούσε όλους άμεσα. Αυτό λέω εγώ. Ασχέτως που για μία ακόμα φορά αποδειχθήκαμε όλοι μαζί ανάξιοι της Ιστορίας μας. Κέρδισε το «να του καεί του πούστη!», όπως λέει και το γνωστό ανέκδοτο με τον Θεό, τον Έλληνα και τον γείτονά του. Η ΕΡΤ ήταν η μεγαλύτερη (και μάλλον η τελευταία μιλώντας για το άμεσο μέλλον) αφορμή που μας δόθηκε ν’ αλλάξουμε κάτι σ’ αυτή τη χώρα, να αναβιώσει στ’ αλήθεια το Πολυτεχνείο. Νίκησε όμως ο φθόνος και ο φόβος. Το πρόγραμμα των καταληψιών έχουμε να σχολιάσουμε, άρα; Που συμβαίνει να το παρακολούθησα απ’ την αρχή ως το τέλος και μπορώ να πω με βεβαιότητα αν ήταν καλό ή όχι. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία τώρα πια. 

«Θα αποφύγω την περιπτωσιολογία. Δεν έχει νόημα. Θα αναφέρω ωστόσο δύο παραδείγματα.» 

Μας κούφανες, φιλενάδα! 

«Πρέπει να το παραδεχτούμε. Οι δημοσιογράφοι είμαστε μέρος -σημαντικό μάλιστα- της κρίσης στην οποία έχει βυθιστεί η χώρα.» 

Είσαστε, πράγματι. 

«Μην κρυβόμαστε, λοιπόν, πίσω από το δάκτυλό μας. Είναι καιρός να βάλουμε τα ρολόγια στη σωστή ώρα.» 

Λυπάμαι πάρα πολύ, πρέπει όμως να συμφωνήσω. Τέλειωσε το πάρτυ στη Μεσογείων. Τέλειωσε το πάρτυ γενικώς.  Δουλειά άρα! Γιατί, για να γυρίσει ο ήλιος...



16.6.13

life coaching

Νάνσυ Μαλλέρου


Προλογίζω την επόμενη ανάρτηση, με ένα υπέροχο κείμενο, γραμμένο από τη Νάνσυ Μαλλέρου, ιδρύτρια της Life Coaching Greece:

Αυτό είναι το μότο μου, η φράση που μου αρέσει να λέω στον εαυτό μου κάθε μέρα, σε κάθε περίσταση. Όχι, δεν είμαι παθολογικά αισιόδοξη, ούτε το λέω στο σύμπαν για να με ακούσει και να μου τα φέρει όλα βολικά. Το λέω στον εαυτό μου για να θυμάμαι, όσο δύσκολες κι αν είναι οι καταστάσεις, ότι έχω πολλά πράγματα για τα οποία είμαι ευγνώμων και τα οποία δεν θέλω να ξεχάσω η να τα πάρω ως δεδομένα. Το λέω στον εαυτό μου και για έναν άλλο πολύ σημαντικό λόγο: για να μου υπενθυμίζω ότι την ευθύνη της ζωής μου την έχω εγώ, κανείς άλλος. Σε κάθε δυσκολία βρέθηκα από δικές μου επιλογές κι όχι από κάποια μανία της ζωής να με κατατροπώσει.
 
Ο αντίλογος είναι πάντα ηχηρός. Για παράδειγμα: μα καλά, φταίμε εμείς που μας φέρανε τώρα σε αυτή την άθλια οικονομική κατάσταση; Κλασικό και αγαπημένο επιχείρημα. Κι όμως αγαπητοί μου, φταίμε. Κι εσείς κι εγώ και όλοι μας συνολικά για την συνολική κατάντια και ο καθένας προσωπικά για την ατομική του. Η ζωή μου φέρεται καλά γιατί μου έδωσε το μυαλό να κρίνω, τη μνήμη για να θυμάμαι ότι όμορφο έχω ζήσει, τη φαντασία για να ονειρεύομαι ένα συναρπαστικό μέλλον για μένα και την οικογένειά μου.

Το θάρρος και την ενέργεια να το διεκδικήσω, τη δύναμη να αντιστέκομαι, την ικανότητα να μαθαίνω από τα λάθη μου, την ψυχή για να ερωτεύομαι και να παθιάζομαι, την τελευταία εναπομείνασα απόλυτη ελευθερία του να επιλέγω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Η ζωή μου φέρεται καλά γιατί μέσα στην κρίση μου φανερώνει ευκαιρίες. Είναι στο χέρι μου να είμαι προετοιμασμένη.

Γιατί, ξέρετε, τύχη δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή τη μοναδική στιγμή που η προετοιμασία συναντάει την ευκαιρία. Σαφώς υπάρχουν άνθρωποι πιο «ευνοημένοι» (φαινομενικά τουλάχιστον) από άλλους. Άλλοι είναι πιο όμορφοι, πιο πλούσιοι, πιο υγιείς, πιο καλλιεργημένοι, με περισσότερα εφόδια κι εμπειρίες, γεννήθηκαν σε περιβάλλοντα που τους προσέφεραν περισσότερες ευκαιρίες και εναύσματα.

Αν όμως κάνετε μια λίστα με τους ανθρώπους που σας εμπνέουν –όχι αυτούς που ζηλεύετε- θα δείτε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοημένοι από τη ζωή η ίσως και λιγότερο από όλους μας, απλά επέλεξαν να σκεφτούν και να δράσουν διαφορετικά.

Επέλεξαν να πάρουν την ευθύνη της ζωής τους στα χέρια τους, να επιμείνουν συστηματικά, να βγουν έξω από τη ζώνη ασφαλείας τους και να πάρουν ρίσκα. Η Όπρα το έχει θέσει πολύ καλά: «δεν βλέπω τον εαυτό μου σαν το καημένο στερημένο κοριτσάκι από το γκέτο που τα κατάφερε. Βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιο που από μικρή ηλικία ήξερε ότι είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και όφειλε να τα καταφέρει».





4.5.12

copyright για τη λέξη «φιλοσοφία»!

kl
kkl
k lk


Ο Φώτης Γεωργελές, στο 390ο editorial της Athens Voice μας έκανε να χαμογελάσουμε άλλη μια φορά στα τόσα χρόνια που διαβάζουμε τα γλυκόπικρα ευφυολογήματά του.
Στο τελευταίο άρθρο του με τίτλο «12 ελληνικοί μύθοι», εν μέσω άλλων πολύ σοβαρών, έγραψε την τρομερή ατάκα: «θα παίρνουμε ένα ευρώ κόπι-ράιτ για κάθε φορά που κάποιος στον κόσμο λέει τη λέξη «φιλοσοφία».
Ο εκδότης της AV φυσικά, πρόσθεσε αυτή και μερικές παρόμοιου ύφους φράσεις χάριν αστειότητος, απαντώντας στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε «μπορούμε να βρούμε λεφτά από άλλους;».  
Το κείμενό του είναι απολαυστικό, ίσως η πιο συμπηκνωμένη και εξίσου εύπεπτη ανασκόπηση που έχει δημοσιευτεί τελευταίως για την κατολίσθηση της Ελλάδας, τις συνέπειες της οποίας όλοι υπομένουμε στωικά.
Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να πατήσει πάνω στον σύνδεσμο που ακολουθεί και να το διαβάσει: "12 ελληνικοί μύθοι"

3.2.12

άγριος ο καιρός!





Προ ημερών, ανηφόριζα το δρόμο του σπιτιού μου, πηγαίνοντας στο φαρμακείο της επάνω γωνίας. Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι και καλημέρισα τη μητέρα της διπλανής μου στο δημοτικό, μια κυρία που πάντα συμπαθούσα. Νεότερη ήταν πολύ ωραία γυναίκα, δραστήρια και πληθωρική, με μια ευδιάκριτη καλλιτεχνική φλέβα. Και σήμερα ακόμα, που μάλλον έχει πια περάσει τα εβδομήντα, παραμένει μια αρχοντογυναίκα.

Λόγω της φιλίας μου με την κόρη της, ως παιδί είχα βρεθεί στο γειτονικό αυτό σπίτι κάμποσες φορές. Κι έτσι ξέρω πως η μητέρα της συμμαθήτριάς μου, ζούσε σ' ένα φροντισμένο σπιτικό με τον ήρεμο σύζυγό της και τα τρία καλοαναθρεμμένα παιδιά τους.

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που η δική μου μητέρα, με φανερό θαυμασμό, μου είπε πως την είχε συναντήσει τυχαία και κουβεντιάζοντας έμαθε από την ίδια πως από τότε που σταμάτησε να δουλεύει, πήγαινε κάθε πρωί και μαγείρευε για τους φτωχούς της ενορίας μας. Ήδη τότε ο σύζυγός της είχε συνταξιοδοτηθεί και τα παιδιά της ήταν πια μεγάλοι άνθρωποι, οπότε φαίνεται πως της περίσσευαν μερικές ώρες αγάπης κάθε πρωί.

Το όνομα της γυναίκας αυτής το έχω πια σχεδόν ξεχάσει. Νομίζω τη λένε Ελένη, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Το τι σκέφτηκα όμως όταν άκουσα τη μητέρα μου να λέει πως η γειτόνισσά μας μαγείρευε στην εκκλησία, το θυμάμαι σαν τώρα: "Α τέλεια! που μαγειρεύει, να πηγαίνω να τρώω κι εγώ;". Δεν το είπα όμως, για να μη φανερώσω στη μαμά μου πως εκτιμούσα τόσο πολύ τη μαγειρική μιας άλλης μαμάς. Οι μαμάδες πληγώνονται με κάτι τέτοια. Οπότε, αρκέστηκα στο επαινετικό πλην ακίνδυνο σχόλιο: "τυχεροί οι φτωχοί!".

Έκτοτε, όσες φορές είχε τύχει να συναντήσω αργά το πρωί την εθελόντρια μαγείρισσα της γειτονιάς μας, ήξερα βέβαια από που γυρνούσε και γιατί είχε αυτή τη γαλήνια έκφραση κούρασης στο πρόσωπό της. Την ίδια αυτή έκφραση που είδα και προχθές. Και μπορεί να μη δοκίμασα ποτέ τις λιχουδιές που εκείνη ετοιμάζει για το συσσίτιο της αρχιεπισκοπής, η προσφορά της πάντως φτάνει χρόνια τώρα και σε μένα, με μόνο σύνδεσμο εκείνη την παλιά πληροφορία απ' το στόμα της μητέρας μου.

Γιατί η κυρία Ελένη, όπως και τρεις-τέσσερις άλλοι γείτονες, καθησυχάζει τα μέσα μου, απλώς και μόνο επειδή είναι αυτή που είναι. Βλέποντάς την κάθε τόσο, νιώθω ασφαλής. Η παρουσία της μου δημιουργεί την αίσθηση πως τίποτα δεν άλλαξε στο πέρασμα του χρόνου, πως η αγριότητα των καιρών δεν κατάπιε την ανθρωπιά, πως ζω ακόμα στην παλιά, ήσυχη γειτονιά μου. Και μ' αυτή τη γλύκα στην ψυχή, άνοιξα την πόρτα του φαρμακείου πριν λίγες μέρες. Απλώς επειδή εκείνη μου χαμογέλασε, περνώντας από δίπλα μου.

Ο φαρμακοποιός όμως, που βέβαια είναι κι αυτός ένας απ' τους "δικούς μου" εδώ που μένω, έμελλε με τα μαντάτα του να αναποδογυρίσει την καλή μου διάθεση. "Τα 'μαθες ε;", είπε σκυθρωπός αντί για καλημέρα. Εγώ απόρησα κι εκείνος απόρησε με τη σειρά του. "Καλά, δεν είδες ειδήσεις χθες;". Κανονικά, θα του εξηγούσα πως έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να βλέπω το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, βιαζόμουν όμως να μάθω τι είχε συμβεί.

Αυτό λοιπόν που είχε συμβεί, ήταν ένα έγκλημα. Στη μονοκατοικία παραδίπλα από το φαρμακείο έμενε ολομόναχη μια ογδονταπεντάχρονη. Και στις επτά το απόγευμα της προηγουμένης, διέρρηξαν αυτό το σπίτι και σκότωσαν την ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια. Δεν γνώριζα ούτε εξ' όψεως την άτυχη γριούλα. Και πάλι όμως το τέλος της ήταν σοκαριστικό. Πενήντα μόλις μέτρα απ' το σπίτι μου. Στην ήσυχη, παλιά γειτονιά μας. Φόνος!
"Που φθάσαμε!", θα 'λεγε σίγουρα ο πατέρας μου με πικρία αν το μάθαινε.
"Που φθάσαμε!", άκουσα τη φωνή μου να μιμείται τη δική του, μόλις ο φαρμακοποιός μας σταμάτησε να μιλά.        

Η γειτονιά που μεγάλωσα είναι πια επικίνδυνη! Μέχρι και πριν λίγα χρόνια ένιωθα εδώ τόσο ασφαλής που δεν ήταν σπάνιο ν' αποκοιμηθώ το μεσημέρι, με το κλειδί ξεχασμένο στην εξωτερική πλευρά της πόρτας, μιας και η εξώπορτά μου δεν βρίσκεται στο δρόμο, αλλά μέσα σ΄ ένα κηπάκι. Κι αν ήθελα το βράδυ να πάω μια βόλτα, έβγαινα και περπατούσα, όσο αργά κι αν ήταν. Τέλειωσαν όμως αυτά. Στη γειτονιά εγκαταστάθηκε ο χειρότερος όλων, ο φόβος!

Προ ολίγου μου ήρθαν στο μυαλό όσα μόλις διηγήθηκα. Και αφορμή γι αυτό το ξετύλιγμα των σκέψεών μου, στάθηκε ένα άρθρο του Τάκη Σκριβάνου, που δημοσιεύτηκε προχθές στην Athens Voice, με τίτλο "άστεγοι υπό το μηδέν".  Πατώντας πάνω στον τίτλο, μπορεί όποιος θέλει να διαβάσει ολόκληρο το κείμενο. Αξίζει τον κόπο, γιατί μ' αυτή τη δημοσίευση παίρνει κανείς μια ιδέα απ' την πικρή γεύση που 'χουν στο στόμα όσοι ξεπαγιάζουν εκεί έξω και πεινάνε.

Η αγαπημένη μας AV, η δωρεάν εφημερίδα των νέων και των αιώνιων εφήβων, καλεί σε βοήθεια. "Αν έχεις στη γειτονιά σου ή κοντά στη δουλειά σου κάποιον άστεγο, ενημέρωσέ τον...", παροτρύνει ο Σκριβάνος. Γιατί βέβαια οι καιροί άλλαξαν δραματικά. Κάποιοι από εμάς, δε διαβάζουν πια για τ' άστρα στη στήλη του Πανόπουλου, το περίφημο "Stardust". Κάποιοι ίσως έχουν την AV για προσκέφαλο ή για λίγη ζέστη, προσπαθώντας να αποκοιμηθούν κάτω απ' τα αστέρια, εκτεθειμένοι σε έναν παγωμένο δρόμο της πρωτεύουσας.

Οι ώρες είναι κρίσιμες. Αναμεταδίδω λοιπόν το μήνυμα. Αν έχεις στη γειτονιά σου ή κοντά στη δουλειά σου κάποιον άστεγο και δεν μπορείς να βοηθήσεις αλλιώς, ενημέρωσέ τον:

Για επεΙγοντα περιστατικΑ, σε 24ωρη baση
Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων, τηλ.  210 5246.515 & 210 5239.465

Και στο τετραψήφιο 1960

Ιατρικh περΙθαλψη
Εθνικό Κέντρο Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας, τηλ. 197
ΕΚΑΒ, τηλ. 166
Εφημερεύοντα Νοσοκομεία & Φαρμακεία, τηλ. 14944
Πολυιατρείο Γιατρών του Κόσμου (δεν χρειάζονται δικαιολογητικά/χαρτιά), Σαπφούς 12, πλ. Κουμουνδούρου, τηλ. 210 3213.485
Πολυιατρείο της MKO Praxis (δεν χρειάζονται δικαιολογητικά/χαρτιά), Παιωνίου 5 & Αχαρνών, τηλ. 210 8213.704

ΠροσωρινοΙ χώροι φιλοξενiας του ΔΗμου ΑθηναΙων
Κλειστό Γυμναστήριο Ρουφ, Πειραιώς & Εχελιδών 69
Λέσχη Φιλίας, Αγίου Μελετίου & Ξεναγόρα 6
Λέσχη Φιλίας, Κίου 5, Κυψέλη
Πολιτιστικός Χώρος 4ης Δημοτικής Κοινότητας, Λένορμαν & Αλεξανδρείας

Συσσiτια & διανομh τροφΙμων
Αδελφές «Μητέρα Τερέζα», Αίμωνος 79 - Κολωνός, τηλ. 210 5142.219
Αρχιεπισκοπή Αθηνών (σε περισσότερες από 80 ενορίες), τηλ. 210 3229.248
για αναλυτικές πληροφορίες ακολούθησε το σύνδεσμο: γεύματα που μοιράζει η εκκλησία
Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Λυκαβηττού 1, τηλ. 210 3610.683
Κάριτας (Καθολική Εκκλησία), Καποδιστρίου 52 - πλ. Βάθης, τηλ. 210 5246.637
Κέντρο Στήριξης Οικογένειας, Ιερά Σύνοδος, Ακαδημίας 95, τηλ. 210 3811.274
Κέντρο Υποδοχής Αστέγων Δήμου Αθηναίων, Σοφοκλέους 75, τηλ. 210 5239.465  
ΜΚΟ Κλίμακα, Κωνσταντινουπόλεως 30, τηλ. 210 3410.462
ΜΚΟ Πέρασμα στη Ζωή, Λιοσίων 47 & Νεοφύτου Μεταξά 2, τηλ. 210 4921.139
ΜΚΟ Κοινωνική Αρωγή Ελλάδος, Ομήρου 35, τηλ. 210 3639.734



2.2.11

πάμε party;


 Θυμάμαι όταν, πριν χρόνια, έπιασα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος της Athens Voice με τα ελάχιστα εκείνα φύλλα… δεν το πίστευα!
Επιτέλους, είχαμε αποκτήσει μια πολλά υποσχόμενη εφημερίδα.
Μία σοβαρή, νεανική εφημερίδα που δεν κόστιζε στον αναγνώστη απολύτως τίποτα!
Τα χρόνια πέρασαν και η AV δε μας απογοήτευσε.
Πάχυνε, ομόρφυνε, γινόταν ολοένα και καλύτερη.
Αμέτρητες φορές, περπατώντας στο κέντρο, έχω μπει σε μαγαζιά που φιλοξενούν το stand της για να πάρω, δωρεάν πάντα, το καινούργιο τεύχος της εβδομάδας.
Όπως και κάποιοι από εσάς, βάζω στοίχημα.
Δεν είναι πανέμορφο αυτό;
Μπαίνεις, χαιρετάς, σκύβεις, παίρνεις, χαμογελάς, φεύγεις.
Με την αγαπημένη σου εφημερίδα παραμάσχαλα.

Η καλή μας Athens Voice, λοιπόν, το πιο trendy έντυπο της πρωτεύουσας που ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τα hot-spots της πόλης... αύριο κάνει party!!!
Το διοργανώνει μαζί με τους City Walkers.
Κι αν δεν τους έχετε ακουστά να σας πω πως, όχι, δεν πρόκειται για group μουσικών, dj’s και τα σχετικά.
«City Walkers» είναι το όνομα της νέας καμπάνιας του διάσημου ουίσκι, του Γιάννη του περιπατητή, σχετικά με την ασφαλή κατανάλωση αλκοόλ.
Το μήνυμα πάει κάπως έτσι: «όταν βγαίνουμε για να τα πιούμε, αφήνουμε σπίτι το αυτοκίνητο και αλωνίζουμε τα μπαρ της πόλης με τα πόδια...».
Πρακτική εξάσκηση πάνω σ’ αυτή την ιδέα θα κάνουμε αύριο το βράδυ.
Αύριο λοιπόν, Πέμπτη 3 του μήνα, στις 9 το βράδυ, στην πλατεία Καρύτση, ένα πάρτι θα ξεκινήσει ταυτόχρονα σε 3 διαφορετικά μπαρ, στην «Πρίζα» (Χρ. Λαδά 1), στο «Booze» (Κολοκοτρώνη 57) και στο «Jokers» (Βουλής 7).
Στα deck θα βρίσκονται οι Στέφανος Τσιτσόπουλος, Παναγιώτης Μένεγος και Μαρία Παπιδάκη.

Τι λέει; Θα σας δω εκεί;